Casus belli ο έλεγχος του πετρελαίου

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012   

του ΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Τα μεγάλα «αφεντικά» ΗΠΑ και Ιράν καταστρώνουν σχέδια για τα κοιτάσματα της Ευρασίας
 
Απόρρητα έγγραφα του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ υπογραμμίζουν την ανάγκη «επιχειρησιακών πολιτικών» για την «κατάληψη νέων και υπαρχόντων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου»

 

Στις 31 Αυγούστου 2005, η ειδησεογραφική ιστοσελίδα www.boston.comδημοσίευσε δήλωση του τότε αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους του Νεότερου (George Walker Bush), σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος στο Ιράκ αποσκοπούσε στο να προστατεύσει τα τεράστια πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας. Στις 2 Μαΐου 2008, η ειδησεογραφική ιστοσελίδα http://firstread.nbcnews.com δημοσίευσε δήλωση του γερουσιαστή Τζον Μακέιν (JohnMcCain), υποψηφίου τότε των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος στο Ιράκ έγινε επειδή οι ΗΠΑ είναι εξαρτημένες από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής.

 Στις 16 Φεβρουαρίου 2004, στην ηλεκτρονική έκδοση του έγκυρου εβδομαδιαίου περιοδικού «TheNewYorker», δημοσιεύθηκε απόρρητο έγγραφο συντεταγμένο από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, με ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου 2001, το οποίο έδιδε οδηγίες προς τα στελέχη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ να συνεργαστούν με την Ομάδα Εργασίας για την Ενέργεια (EnergyTaskForce) -την οποία δημιούργησε ο 46ος αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένεϊ (Dick Cheney)- καθώς, σύμφωνα με τον συντάκτη αυτού του εγγράφου, έπρεπε να συγχωνευθούν αυτά τα δύο πεδία μελέτης και πολιτικής (εθνική ασφάλεια και ενέργεια). Ειδικότερα στο προαναφερθέν έγγραφο επισημαίνεται η ανάγκη συγχώνευσης «της επισκόπησης των επιχειρησιακών πολιτικών απέναντι σε κακοποιά κράτη (roguestates)», όπως το Ιράκ, με «πράξεις που αφορούν στην κατάληψη νέων και υπαρχόντων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου».

 Επίσης, στο προαναφερθέν άρθρο του περιοδικού «TheNewYorker», δημοσιεύεται σχετική δήλωση του Μαρκ Μέντις (Mark Medish), ο οποίος διετέλεσε ανώτερος διευθυντής επί ρωσικών, ουκρανικών και ευρασιατικών υποθέσεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον (BillClinton). Σύμφωνα με τον Μέντις, η Ομάδα Εργασίας για την Ενέργεια, την οποία δημιούργησε ο Τσένεϊ, συζητά «γεωστρατηγικά σχέδια για το πετρέλαιο» και «θέτει το ζήτημα του πολέμου μέσα στο πλαίσιο των αφεντικών της πετρελαϊκής βιομηχανίας που κάθονται μαζί με τον Τσένεϊ και διαμορφώνουν μεγάλα, παγκόσμια σχέδια».

 Στις 14 Ιανουαρίου 2004, στην ιστοσελίδα του CNNhttp://edition.cnn.com, δημοσιεύθηκε δήλωση του πρώην υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Πολ Ο’ Νιλ (Paul O’Neill), σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση Μπους άρχισε να σχεδιάζει την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ λίγες ημέρες μετά την εγκατάσταση του Μπους στον Λευκό Οίκο, δηλαδή πολύ πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Ο λόγος ήταν η στρατηγική των ΗΠΑ στο πεδίο της ενέργειας (πετρέλαιο και φυσικό αέριο).

 Στις 21 Μαρτίου 2012, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «HuffingtonPost», ο Τζον Ντάλι (JohnC.K. Daly), επικεφαλής αναλυτής της «Oilprice.com», δημοσίευσε ένα άρθρο του, στο οποίο επισημαίνει ότι ο αγωγός φυσικού αερίου TAPI-που διασχίσει Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν και Ινδία- «έχει μακρά περιφερειακή ιστορία, καθώς προτάθηκε για πρώτη φορά ακόμη και πριν από την κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν, δεδομένου ότι το 1995 το Τουρκμενιστάν και το Πακιστάν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης. Ο TAPI, με δυνατότητα μεταφοράς 33 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων τουρκμενικού φυσικού αερίου ετησίως, σχεδιάστηκε να ξεκινά από το κοίτασμα φυσικού αερίου Νταουλεταμπάντ του Τουρκμενιστάν, να διασχίζει το Αφγανιστάν και το Πακιστάν και να καταλήγει στην πόλη Φαζίλκα της Βορειοδυτικής Ινδίας. Ο TAPIθα απαιτούσε την έγκριση των Ταλιμπάν και δύο χρόνια μετά την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης η κοινοπραξία Central Asia Gas Pipeline Ltd, στην οποία ηγούνταν η αμερικανική Unocal, μετέφερε αεροπορικώς μια αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν στην έδρα της Unocalστο Χιούστον, όπου οι Ταλιμπάν υπέγραψαν το σχέδιο». Εκτενές ρεπορτάζ για την επίσκεψη αντιπροσωπείας των Ταλιμπάν στην έδρα της Unocalστο Χιούστον του Τέξας, για να συζητήσουν για τον αγωγό φυσικού αερίου TAPI, δημοσίευσε το BBC, στην ιστοσελίδα του, στις 4 Δεκεμβρίου 1997.

 

Το φλερτ Μπους με τους Ταλιμπάν για τη δημιουργία αγωγού

 

 Εταιρείες ενέργειας των ΗΠΑ, όπως η Unocalκαι η Enron, με πλήρη κυβερνητική στήριξη, συνέχισαν να υποστηρίζουν τους Ταλιμπάν μέχρι το 2001, με σκοπό την προώθηση του σχεδίου κατασκευής του αγωγού TAPI. Το 2001 στο Παρίσι κυκλοφόρησε το βιβλίο «Μπιν Λάντεν: Η Απαγορευμένη Αλήθεια» (Bin Laden: la verite interdite) των Ζαν-Σαρλ Μπρισάρντ (Jean-Charles Brisard) και Γκιγιόμ Ντασκί (Guillaume Dasquie), οι οποίοι είναι ειδικοί σε θέματα υπηρεσιών πληροφοριών. Σε αυτό το βιβλίο διαβάζουμε τα εξής: μέχρι τον Αύγουστο του 2001 η κυβέρνηση των ΗΠΑ έβλεπε το καθεστώς των Ταλιμπάν «ως μια πηγή σταθερότητας στην Κεντρική Ασία, το οποίο θα υποβοηθούσε την κατασκευή ενός πετρελαϊκού αγωγού κατά μήκος της Κεντρικής Ασίας», από τα πλούσια κοιτάσματα του Τουρκμενιστάν, του Ουζμπεκιστάν και του Καζακστάν, διαμέσου του Αφγανιστάν και του Πακιστάν, προς τον Ινδικό Ωκεανό. Μέχρι τώρα, γράφει το βιβλίο, «τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κεντρικής Ασίας ελέγχονταν από τη Ρωσία. Η κυβέρνηση Μπους θέλησε να τα αλλάξει όλα αυτά».

 Στις 14 Μαΐου 2009, στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα http://www.atimes.com, ο Πέπε Εσκομπάρ (Pepe Escobar) έγραψε ότι, υπό την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του Νεότερου, η Unocal, τον Ιανουάριου του 2001, άρχισε πάλι να προσεγγίζει τους Ταλιμπάν, με τη στήριξη κυβερνητικών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο υφυπουργός Εξωτερικών Ρίτσαρντ Άρμιτατζ (Richard Armitage), ο οποίος προηγουμένως ήταν λομπίστας της Unocal.

 

Δεν τα βρήκαν

Τελικά, όπως επισημαίνει στο ίδιο άρθρο του ο Εσκομπάρ, οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ -Ταλιμπάν κατέρρευσαν, διότι οι Ταλιμπάν απαίτησαν υψηλότερα τέλη διέλευσης από εκείνα που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν οι Αμερικανοί.

Αμέσως μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Ομάδας των Οκτώ (GroupofEight), στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001, Δυτικοί διπλωμάτες επισήμαναν ότι η κυβέρνηση Μπους είχε αποφασίσει να έχει διώξει τους Ταλιμπάν από την εξουσία στο Αφγανιστάν πριν από το τέλος του χρόνου (2001). Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου επιτάχυνε αυτό το σχέδιο.

 Σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την εκκίνηση του πολέμου στο Αφγανιστάν, ο Χαμίντ Καρζάι (HamidKarzai) έγινε ο νέος πρόεδρος του Αφγανιστάν με τη βοήθεια του Ζαλμάι Καλιλζάντ (Zalmay Khalilzad), ο οποίος ήταν ένας Νεοσυντηρητικός συνεργάτης του Μπους και σύμβουλος της Unocal. Έναν χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο του του 2002, στο Ασγκαμπάτ, πρωτεύουσα του Τουρκμενιστάν, υπεγράφη η συμφωνία κατασκευής του διαφγανικού αγωγού TAPI, ο οποίος ξεκινά από το Τουρκμενιστάν και, διαμέσου του Αφγανιστάν, καταλήγει στο Πακιστάν. Επίσης, ο Αφγανός πρόεδρος Καρζάι, μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, δήλωσε ότι θα ήταν καλοδεχούμενο και το Νέο Δελχί σε αυτό το σχέδιο.

 

Οι μεγάλοι «παίκτες» στην ενεργειακή αγορά

 Στον Χάρτη 1 βλέπουμε στην Ευρώπη την περιοχή που αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο και στην Ασία βλέπουμε την περιοχή με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στον Χάρτη 2 βλέπουμε το δίκτυο των αγωγών ενέργειας της Ευρασίας.

 Το μεγαλύτερο γεωπολιτικό παίγνιο που εκτυλίσσεται εδώ και αρκετό καιρό αφορά στον ανταγωνισμό μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας για το ποια από τις δύο αυτές χώρες θα αποκτήσει τον κυρίαρχο ρόλο στον έλεγχο των πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρασία. Η Ρωσία και οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε αυτήν την περιοχή από την εποχή της διάλυσης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η Ρωσία έχει επιδείξει ιδιαίτερες ικανότητες στο να περιορίσει την παρέμβαση των ΗΠΑ στην «αυλή» της στην Κεντρική Ασία. Η Ρωσία επιδιώκει να αυξήσει την εξάρτηση της Ευρώπης από τους ρωσικούς αγωγούς φυσικού αερίου, ενώ οι ΗΠΑ θέλουν η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειάς της και να παρακάμψει τη Ρωσία όσο γίνεται περισσότερο.

 

Στο παιχνίδι η Κίνα

 Επίσης, η Κίνα, η ανερχόμενη μεγάλη δύναμη, μπαίνει και αυτή στο γεωπολιτικό παίγνιο της ενέργειας. Σύντομα η Κίνα θα είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο καταναλωτής ενέργειας. Ήδη η Κίνα εισάγει φυσικό αέριο από το Τουρκμενιστάν, μέσω Καζακστάν και Ουζμπεκιστάν. Πρόκειται για τον αγωγό Κεντρική Ασία – Κίνα. Επίσης, η Κίνα έχει υπογράψει μεγάλες ενεργειακές συμφωνίες με το Ιράν και το Αφγανιστάν, έχει σχεδιάσει πέντε αγωγούς από Δύση προς Ανατολή, εντός της Κίνας, και πιέζει για την κατασκευή ενός εναλλακτικού TAPI, ο οποίος θα είναι ένας αγωγός Τουρκμενιστάν – Αφγανιστάν -Κίνα.

 

Ο ρόλος του Ιράν

 Ένας ακόμη σημαντικός γεωπολιτικός παίκτης στην Ευρασία είναι το Ιράν, το οποίο είναι η υπ’ αριθμόν δύο χώρα στον κόσμο σε μέγεθος κοιτασμάτων φυσικού αερίου και, επίσης, διαθέτει αποδεδειγμένα πετρελαϊκά αποθέματα που υπερβαίνουν τα 93 δισεκατομμύρια βαρέλια. Ο αγωγός φυσικού αερίου Τουρκμενιστάν – Ιράν, που κατασκευάστηκε το 1997, ήταν ο πρώτος νέος αγωγός πετρελαίου που προήλθε από την Κεντρική Ασία. Επίσης, το 2004, το Ιράν υπέγραψε με την Κίνα συμφωνία εκμετάλλευσης φυσικού αερίου αξίας 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία αναφέρεται συχνά ως «η συμφωνία του αιώνα». Αυτή η συμφωνία ορίζει την ετήσια εξαγωγή περίπου 10 εκατομμυρίων τόνων ιρανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την Κίνα για 25 χρόνια. Επίσης, η ίδια συμφωνία δίδει το δικαίωμα στην κρατική εταιρεία πετρελαίου της Κίνας να συμμετέχει σε σχέδια εκμετάλλευσης και άντλησης των βιομηχανιών πετροχημικών και φυσικού αερίου του Ιράν.

 Το Ιράν σχεδιάζει να πωλήσει ιρανικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω του αγωγού Persian Gas, που μπορεί να αποδειχθεί βασικός ανταγωνιστής τού υποστηριζόμενου από τις ΗΠΑ αγωγού Nabucco. Συγχρόνως, το Ιράν προωθεί το σχέδιο κατασκευής του αγωγού Ιράν – Πακιστάν, γνωστού και ως «αγωγού της ειρήνης», ο οποίος προτάθηκε για πρώτη φορά το 1995 και μέσω του οποίου το Ιράν θα πωλεί στο Πακιστάν και την Ινδία φυσικό αέριο προερχόμενο από τα μεγάλα κοιτάσματα του Νοτίου Παρς.

 

Τα χτυπήματα στη Συρία για το φυσικό αέριο

 Στον Χάρτη 3 βλέπουμε ότι η Συρία είναι αναπόσπαστο μέρος του σχεδίου κατασκευής του Αραβικού Αγωγού φυσικού αερίου (Arab Gas Pipeline), μήκους 1.200 χιλιομέτρων. Το χτύπημα της Συρίας αποσκοπεί αφενός στον πολιτικό έλεγχο της χώρας από τις ΗΠΑ και αφετέρου στη μείωση της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής ισχύος της Ρωσίας και του Ιράν.

 Όπως σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε η απομάκρυνση των Ταλιμπάν από την εξουσία μόλις εκείνοι ζήτησαν μεγάλα οικονομικά ανταλλάγματα από τις ΗΠΑ για να εγκρίνουν τον αγωγό TAPI, έτσι αποφασίστηκε και η απομάκρυνση του Άσαντ από την εξουσία, επειδή δεν θεωρείται αρκετά αξιόπιστος παίκτης, ειδικά, μάλιστα, εν όψει της προοπτικής κατασκευής του Αραβικού Αγωγού φυσικού αερίου, στον οποίο η Συρία θα παίζει ρόλο-κλειδί. Η Τουρκία, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θέλουν μια Συρία απόλυτα συντονισμένη προς τις πολιτικές αυτών των τριών χωρών.

 Επίσης, χτυπώντας τη Συρία, η Τουρκία, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ υπονομεύουν και ουσιαστικά παγώνουν τη συμφωνία που υπέγραψαν, τον Ιούλιο του 2011, η Συρία, το Ιράκ και το Ιράν για τη δημιουργία ενός αγωγού φυσικού αερίου που θα μεταφέρει ιρανικό φυσικό αέριο από το Νότιο Παρς, μέσω Ιράκ, στη Συρία.

 

Η περίπτωση της Ελλάδας

 Ο Τζέιμς Γουάρντ (JamesWard), στο ενημερωτικό μπλογκ του «TheSlog», έγραψε, στις 4 Οκτωβρίου 2012, τα εξής: «Η Ελλάδα έχει κάτω από τα χωρικά της ύδατα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου αξίας “τουλάχιστον” 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που παρουσιάστηκε στον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά… Το Reutersέχει, επίσης, επιβεβαιώσει αυτήν την ιστορία».

 Ανεξάρτητα από το πόση ακριβώς είναι η αξία των αποθεμάτων του ελληνικού υπεδάφους σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις εξής γεωπολιτικές και γεωοικονομικές προκλήσεις και απειλές: Πρώτον, απαξιώνεται και βυθίζεται σε λιτότητα και κρίση από τη Γερμανία και την ευρωζωνική ελίτ, ώστε η Γερμανία -στενά συνδεδεμένη με τα συμφέροντα της Gazpromκαι έχοντας επεκτατικές γεωοικονομικές βλέψεις- και η Ευρωζώνη να καρπωθούν το μέγιστο μέρος του ενεργειακού πλούτου και των γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων της Ελλάδας. Δεύτερον, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να αποσπάσουν την Ελλάδα από το μπλοκ της Ευρωζώνης και να την καταστήσουν μια ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ πηγή ενέργειας της Ευρώπης και βεβαίως να καρπωθούν τις μέγιστες ωφέλειες από τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Τρίτον, το Ισραήλ επιδιώκει να τοποθετήσει την Ελλάδα άμεσα κάτω από τη δική του σφαίρα επιρροής, ώστε το Τελ Αβίβ να διαχειρίζεται τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, «παίζοντας» τη μία εναντίον της άλλης και έτσι να εξασφαλίζει την κυριαρχία του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο.

 Συνεπώς, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεγάλες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές προκλήσεις και απειλές, αλλά συγχρόνως έχει και εξίσου μεγάλες διαπραγματευτικές δυνατότητες –αρκεί να μπορεί διπλωματικά να τις φέρει σε πέρας επιτυχώς.

Share