Ο μύθος του οικονομικού μοντέλου που θέλει να επιβάλει η Μέρκελ

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012   

του ΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Παραπλάνηση, ψευδή στοιχεία, άγρια λιτότητα, μισθοί πείνας και εργασιακή εκμετάλλευση
 
Το εξαγωγικό πλεονέκτημα της Γερμανίας είναι συνέπεια της βάρβαρης ταξικής πολιτικής που συνίσταται στη συμπίεση των γερμανικών μισθών

 

Συχνά, από δημοσιογράφους και πολιτικούς, η γερμανική οικονομία περιγράφεται ως ο ευσταθής πυρήνας ή η υγιής καρδιά της Ευρωζώνης και ως ένα επιτυχημένο παράδειγμα εξαγωγικής οικονομίας. Ας δούμε τι σημαίνει πραγματικά αυτό το μοντέλο εξαγωγικής οικονομίας για τους εργαζομένους και πόσο εύθραυστο είναι τελικά αυτό καθεαυτό.

    Η γερμανική οικονομία συνεχίζει να μεγεθύνεται –σε αντίθεση προς πολλές άλλες εθνικές οικονομίες της Ευρωζώνης– αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το γερμανικό οικονομικό μοντέλο είναι επιτυχημένο. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι, στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας, η έννοια «ανάπτυξη» (development) είναι πολύ ευρύτερη της έννοιας «οικονομική μεγέθυνση» (economicgrowth).

    Πολλοί Γερμανοί πολιτικοί, με πρωταγωνίστρια τη Μέρκελ, επαναλαμβάνουν επί μακρόν ότι η Γερμανία πηγαίνει καλά. Όταν όμως κάποιος ρωτήσει τους ίδιους τους ανθρώπους που απασχολούνται μέσω γραφείων ευρέσεως εργασίας, το 20% εκείνων που εργάζονται σε χαμηλόμισθους κλάδους, σε προσωρινές θέσεις εργασίας ή στις λεγόμενες «μίνι» θέσεις εργασίας, σχηματίζει μία τελείως διαφορετική εικόνα για τη γερμανική οικονομία.

    Η Γερμανία βιώνει μία μείωση των πραγματικών μισθών εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια. Οι άνθρωποι εργάζονται όλο και περισσότερο, αλλά έχουν μικρότερο εισόδημα. Επίσης, κάποιος πρέπει να εξετάσει προσεκτικότερα τα μεγέθη της ανεργίας. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά στη Γερμανία. Όμως, για να «βγουν τα νούμερα», οι γερμανικές οικονομικές Αρχές έχουν χρησιμοποιήσει διάφορα στατιστικά κόλπα: στις στατιστικές τους δεν συνυπολογίζουν πολλές κατηγορίες ανέργων, όπως οι άνθρωποι ηλικίας άνω των 58 ετών, όσοι εργάζονται μέσω ιδιωτικών γραφείων εργασίας στα οποία προσφεύγουν για να βρουν εργασία (ενοικίαση υπαλλήλων), δεν συνυπολογίζονται στις στατιστικές ανεργίας και η εργασιακή κατάσταση πολλών ανθρώπων παραποιείται μέσω κυβερνητικών προγραμμάτων απασχόλησης, που προσφέρουν προσόντα τα οποία τελικά δεν τους βοηθούν πολύ στο να βρουν εργασία, αλλά προσωρινά δίνουν άλλη εντύπωση για το μέγεθος της ανεργίας, εφόσον για όσο χρόνο οι άνθρωποι συμμετέχουν σε τέτοια προγράμματα δεν χαρακτηρίζονται ως άνεργοι. Συνεπώς, πολλά στατιστικά κόλπα εφαρμόζονται, θέτοντας εν αμφιβόλω τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που εκδίδουν οι γερμανικές Αρχές.

    Βεβαίως, είναι σαφές ότι οι μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις και ειδικά η εξαγωγική γερμανική βιομηχανία πηγαίνουν πολύ καλά, οι Γερμανοί εκατομμυριούχοι και μεγαλοϊδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας πηγαίνουν πολύ καλά, εφόσον το μερίδιό τους στο εθνικό εισόδημα αυξάνεται σταθερά επί μακρόν. Αυτό όμως δεν ισχύει καθόλου για την πλειονότητα της γερμανικής κοινωνίας.

 

«Κοινωνική συμμαχία»

    Μία θεμελιώδης υπόθεση του εφαρμοζόμενου γερμανικού οικονομικού μοντέλου είναι ότι βασίζεται σε αυτό που έχει ονομαστεί «κοινωνική συμμαχία» στη Γερμανία, το οποίο τώρα πλέον έχει αρχίσει να δείχνει περί τίνος ακριβώς πρόκειται πραγματικά και να αποδομείται. Η ρητορική της «κοινωνικής συμμαχίας» στη Γερμανία συνίσταται σε τούτο: οι Γερμανοί εργοδότες, ειδικά το μεγάλο κεφάλαιο, μέσω της ισχύος των γερμανικών εξαγωγών είχαν αρκετές αποταμιεύσεις ώστε να μπορέσουν να αγοράσουν κοινωνική ειρήνη επί μακρόν, κάνοντας αποσπασματικές υποχωρήσεις σε εργατικά αιτήματα, εδώ κι εκεί, ώστε να ρίχνουν στάχτη στα μάτια της εργατικής τάξης και να την αποπροσανατολίζουν και χειραγωγούν συστηματικά. Όμως, αυτή η κατάσταση έχει αρχίσει να υπονομεύεται συστηματικά στο πλαίσιο της χρηματοοικονομικής κρίσης και της παγκοσμιοποίησης. Με άλλα λόγια, η χρηματοοικονομική κρίση και η παγκοσμιοποίηση αποδομούν τον θεμελιώδη μύθο της γερμανικής οικονομίας.

 

Κρύβουν την ανεργία

    Συγκεκριμένα, επισφαλείς εργασιακές συνθήκες έχουν εξαπλωθεί παντού στη Γερμανία. Από τη μία πλευρά, κάποιος μπορεί να επισημάνει ότι η ανεργία στη Γερμανία δεν είναι τόσο υψηλή όσο σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη αλλά από την άλλη πλευρά, αν κάποιος κοιτάξει πιο προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι πολλές κατηγορίες που περιλαμβάνονται σε οικονομικές αναλύσεις ουσιαστικά κρύβουν τις αληθινές διαστάσεις του προβλήματος της ανεργίας στη Γερμανία. Επίσης, πολλοί άνθρωποι στη Γερμανία έχουν μία εργασία που δεν τους πληρώνει επαρκώς ώστε με αυτήν να μπορούν να καλύψουν όλα τα έξοδα του νοικοκυριού τους και γι’ αυτό έχουν ανάγκη να κάνουν συγχρόνως και δεύτερη εργασία ή να λαμβάνουν και επιδόματα ανεργίας επιπλέον του πενιχρού μισθού τους. Αυτές οι καταστάσεις έχουν εξαπλωθεί, ειδικά από το 2010 και μετά, και έκτοτε επιταχύνεται η εξάπλωσή τους όλο και περισσότερο. Έτσι, επιφανειακά όλα φαίνονται ομαλά, αλλά όταν κοιτάξεις πιο κοντά και πιο προσεκτικά θα δεις τα σοβαρά προβλήματα και τις μεγάλες αντιφάσεις του γερμανικού μοντέλου.

 

Η πραγματική διάσταση στη γερμανική οικονομία

Οι μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στην «Ατζέντα 2010», η οποία θεσπίστηκε από την κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών του Σρέντερ και των Πρασίνων ήταν, πάνω απ’ όλα, μία επίθεση εναντίον των ασφαλών εργασιακών συνθηκών. Οι εργασιακές συνθήκες οπισθοδρόμησαν και επιδεινώθηκαν σημαντικά και μεθοδικά. Στη Γερμανία αυξάνονται συνεχώς οι επισφαλείς θέσεις εργασίας, οι οποίες δεν είναι πλήρους απασχόλησης, δεν καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είναι προσωρινές και αμείβονται με πενιχρούς μισθούς. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, οι καθαροί πραγματικοί μισθοί στη Γερμανία δεν έχουν αυξηθεί σχεδόν καθόλου από τα επίπεδα του τέλους της δεκαετίας του 1990, ενώ κατά την περίοδο 2004-2008 μειώθηκαν. Αυτό είναι βεβαίως τεράστιο πλεονέκτημα για τις γερμανικές εξαγωγικές εταιρείες, οι οποίες χρησιμοποιούν πολλούς προσωρινούς εργαζομένους, εξοικονομώντας έτσι σημαντικό ποσό εργατικού κόστους και εξασφαλίζοντας σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα απέναντι σε άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες. Τα μεγάλα εξαγωγικά πλεονεκτήματα της Γερμανίας των τελευταίων ετών είναι συνέπεια της συμπίεσης των γερμανικών μισθών, δηλαδή μιας βάρβαρης ταξικής πολιτικής.

 

 

Η σχιζοφρένεια της λιτότητας

 

Η κυβέρνηση Μέρκελ επιδιώκει να προσφέρει βορά στο γερμανικό κεφάλαιο την εργατική τάξη και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους άλλων χωρών, όπως λ.χ. της Ελλάδας

 

    Η κυβέρνηση Μέρκελ προωθεί μία αυστηρή πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη. Αλλά η γερμανική εξαγωγική βιομηχανία εξαρτάται από τις αγορές της Ευρώπης. Αυτό είναι στοιχείο πολιτικής σχιζοφρένειας εκ μέρους της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γερμανίας. Ήδη η Γερμανία έχει αρχίσει να αισθάνεται τις συνέπειες αυτής της σχιζοφρενούς πολιτικής, εφόσον η γερμανική οικονομία έχει αρχίσει να επιβραδύνεται και οι προβλέψεις αναφέρουν ότι η Γερμανία οδεύει προς ύφεση. Συνεπώς, είναι ανόητο να προωθεί μία γενικευμένη πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη, εφόσον έτσι καταστρέφει τις αγορές που απορροφούν τις εξαγωγές της.

    Επίσης, πρέπει να τονιστεί ένα γενικότερο, δομικό πρόβλημα του εφαρμοζόμενου γερμανικού μοντέλου: καμιά οικονομία δεν μπορεί να βασίζεται επ’ άπειρον μόνο στις εξαγωγές της, εφόσον κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι άλλες χώρες πρέπει να συνεχίσουν να δανείζονται για να χρηματοδοτούν τα εμπορικά τους ελλείμματα. Συνεπώς, η Γερμανία πρέπει να προβεί σε σημαντική αναδιάρθρωση της οικονομίας της, δηλαδή να ενισχύσει την εσωτερική αγορά της. Τότε θα μπορεί να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από τις εξαγωγές της και επίσης άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα μπορούν να κερδίσουν καλύτερα μερίδια αγοράς για τις δικές τους εξαγωγές και έτσι η οικονομία θα σταθεροποιούνταν και το βιοτικό επίπεδο θα βελτιωνόταν, τόσο στη Γερμανία όσο και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

 

Θύμα η Ελλάδα

    Όμως, η κυβέρνηση Μέρκελ επιμένει στην ιδεολογία της λιτότητας και αναζητεί συμμάχους του Γερμανικού Άξονα, όπως η ελληνική κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη. Επειδή το παρασιτικό και αγρίως ταξικό μοντέλο του γερμανικού μεγάλου κεφαλαίου δείχνει να φθάνει στα όριά του, η κυβέρνηση Μέρκελ επιδιώκει να προσφέρει βορά στο γερμανικό μεγάλο κεφάλαιο την εργατική τάξη και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους άλλων χωρών, όπως λ.χ. της Ελλάδας. Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη εργάζεται για να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα είναι το ιδανικό θύμα του γερμανικού μεγάλου κεφαλαίου και της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό επιβεβαιώθηκε, τόσο ουσιαστικά όσο και συμβολικά με την αυτοπρόσωπη παρουσία (και ομιλία) του Έλληνα Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια και πολλών υπουργών της ελληνικής κυβέρνησης στη δεξίωση του Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα για τον εορτασμό της εθνικής εορτής της Γερμανίας, στις 3 Οκτωβρίου 2012, και με τη συνάντηση Σαμαρά – Μέρκελ στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2012.

 

Από την Ευρωζώνη στην τραπεζοκρατορία

    Τον φετινό Ιούλιο, το γερμανικό Κοινοβούλιο επικύρωσε τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Στην ουσία, πρόκειται για μία μόνιμη διάσωση τραπεζών. Οι φορολογούμενοι υποχρεώνονται να πληρώνουν για να καλύπτουν τις ζημίες που υφίσταται η χρηματοοικονομική βιομηχανία εξαιτίας των κερδοσκοπικών πρακτικών της. Αυτό θεσμοθετήθηκε μέσω του ESM.

    Δεν πρόκειται ο ESMνα ωφελήσει χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία ή η Πορτογαλία. Ο ESMυπηρετεί πρωτίστως τους χρηματοοικονομικούς θεσμούς (για να μπορούν να τζογάρουν με χρήματα των φορολογουμένων) και γι’ αυτό δεν μειώνονται τα εθνικά χρέη, όπως φαίνεται έντονα στην περίπτωση της Ελλάδας.

 

Μη βιώσιμο χρέος

    Η Ελλάδα έχει εξωθηθεί στις πιο σκληρές περικοπές τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά η εξυπηρέτηση του χρέους παραμένει μη βιώσιμη και η πραγματική οικονομία πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οι παραγωγικές ικανότητες της ελληνικής οικονομίας υπονομεύονται. Τα φορολογικά έσοδα έχουν καταρρεύσει ακόμη περισσότερο, εφόσον πλέον η παραγωγή πλούτου μειώνεται και το κράτος βιώνεται από τους φορολογούμενους ως ο διώκτης και ο δυνάστης τους. Έτσι, η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη έχει παγιδεύσει την Ελλάδα σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας, μειούμενων κρατικών εσόδων και υψηλών ελλειμμάτων.

 

Ευνοούνται οι τράπεζες

    Μα, θα πει κάποιος, δεν πρέπει να διασωθούν οι τράπεζες για να χρηματοδοτηθεί η οικονομία; Η δανειοδότηση της πραγματικής οικονομίας αποτελεί, δυστυχώς, μόνο ένα κλάσμα των πραγματικών δραστηριοτήτων των τραπεζών. Το τραπεζικό σύστημα, σε μεγάλη έκταση, ασχολείται με την άσκηση κερδοσκοπίας στα επιτόκια, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες (FOREX), στις τιμές των πρώτων υλών, στα τρόφιμα και αλλού, κάτι που είναι επιζήμιο και σίγουρα μη αναγκαίο. Γι’ αυτό, απαιτείται μία ριζοσπαστική αναδόμηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με σκοπό αυτό να τεθεί απολύτως στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τον διαχωρισμό μεταξύ εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής και την αντικατάσταση των εμπορικών τραπεζών από πιστωτικούς συνεταιρισμούς, ώστε, όπως έχουμε ξαναγράψει, το πιστωτικό σύστημα να ανήκει στις παραγωγικές δυνάμεις της πραγματικής οικονομίας.

 

Share