Ως φίλη αλλά και ως... πλασιέ

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012   

Τι συναποκομίσαμε από την επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα;
 

Αν θέλουμε να δούμε το ζήτημα μέσα από ένα ρεαλιστικό πρίσμα, περίσσευσαν ασφαλώς τα καλά λόγια. Όμως και αυτά είναι ευπρόσδεκτα, σε σύγκριση με την απομόνωση στην οποία είχε βρεθεί η Ελλάδα και από την οποία την έβγαλε –καλώς ή κακώς πρέπει να αναγνωρισθεί– ο Αντώνης Σαμαράς και όχι ο κ. Βενιζέλος, ο οποίος είχε συμβάλει στην αναξιοπιστία της χώρας.

Αυτό είναι η μία ανάγνωση η οποία είναι θετική και ουσιαστική θα προσθέταμε, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι αγορές αρκούνται σε μία λέξη ή μία φράση ενός ηγέτη ή ενός σημαντικού αξιωματούχου για να καταδικάσουν μία χώρα. Από την άλλη πλευρά, η κυρία Μέρκελ φρόντισε να κρατήσει αποστάσεις από τυχόν δικές της δεσμεύσεις επισημαίνοντας με νόημα ότι δεν είναι εκπρόσωπος της Τρόϊκας. Πράγμα που σημαίνει ότι ούτως ή άλλως η Γερμανία θα κρυφτεί πίσω από την Έκθεση των εκπροσώπων της ΕΚΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει πολιτικά το εσωτερικό της και κυρίως την Μπούντεσμπανκ.

Όμως, το ουσιαστικό η κυρία Μέρκελ το είπε συμπληρώνοντας τη φράση της ότι δεν είναι αντιπρόσωπος της Τρόϊκας. Ανέφερε συγκεκριμένα τους κ. Φούχτελ και Ράϊχενμπαχ για την προώθηση της διμερούς συνεργασίας. Που σημαίνει ότι αυτό που ενδιαφέρει τη Γερμανία, ειδικώς μάλιστα όταν απεγκλωβιστεί η δόση, πάρει μία ανάσα η Ελλάδα και αρχίσουν και οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που συναρτώνται με επιχειρηματικές συνέργιες, είναι να μπει δυναμικά στο νέο εθνικό πλαίσιο ανάπτυξης, το οποίο όλοι ευχόμαστε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα γερμανικά αιτήματα αφορούσαν επιχειρηματικές δράσεις που σχετίζονται με το κλίμα της Ελλάδας, δηλαδή την αιολική και την ηλιακή ενέργεια. Που σημαίνει ότι η Γερμανία επιδιώκει να εξελιχθεί σε προμηθευτή της Ευρώπης σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Το ενδεχόμενο επιχειρηματικών επενδύσεων στην Ελλάδα δεν θα πρέπει, βεβαίως, να αξιολογηθεί ανεξαρτήτως των μέχρι σήμερα πιέσεων για σημαντική μείωση των αμοιβών ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα. Όπως και στο παρελθόν επισημάναμε η γερμανική πίεση, μέσω της Τρόϊκας, για περικοπές στις αμοιβές των ιδιωτικών υπαλλήλων γινόταν μεν με το πρόσχημα της βελτίωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας, αλλά στην ουσία διαμόρφωνε ένα νέο εργασιακό πεδίο όπου μία ξένη επένδυση θα είχε να αντιμετωπίσει, σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα, το ανελαστικό εργατικό κόστος. Βεβαίως, όλα αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις διότι με ένα ισχυρό ευρώ και μηδενικά (!) να ήταν, που λέει ο λόγος, τα μισθολογικά κόστη και πάλι δεν θα εξασφαλιζόταν η πολυπόθητη ανταγωνιστικότητα.

Ως συμπέρασμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κυρία Μέρκελ ανταλλάσσει την επίσκεψη καλής θέλησης και θεωρητικής στήριξης της Ελλάδας –έστω και αν έχουν σημασία τα καλά λόγια για τις αγορές– με την προώθηση των γερμανικών οικονομικών συμφερόντων στη χώρα μας. Αρκεί να έχουν προστιθέμενη αξία για την Ελλάδα και, βεβαίως, να μην κινούνται με λογική… Ζήμενς.

 

Share