Το ΟΧΙ του ’40. Όταν οι ήρωες πολέμησαν σαν Έλληνες

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012   

του ΝΙΚΟΥ ΚΑΪΜΑΚΟΥΔΗ

Ο Ιταλός αρχιστράτηγος, Βισκόντι Πράσκα, είχε στη διάθεσή του 135.000 άνδρες και ο Έλληνας ομόλογός του, Αλέξανδρος Παπάγος, μόλις 35.000
 

Αθήνα, Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940. Τέταρτος χρόνος της μεταξικής δικτατορίας.

Η ζωή στην πρωτεύουσα κυλούσε στους δικούς της ρυθμούς, παρά την έντονη φημολογία που είχε καλλιεργηθεί για ιταλική επίθεση. Η απόβαση των Ιταλών στην Αλβανία, τον Απρίλιο του 1939, και οι προκλήσεις τους που είχαν ενταθεί από την αρχή του καλοκαιριού του 1940 είχαν θέσει σε επιφυλακή την Ελλάδα.

Το κοσμικό και πολιτιστικό γεγονός των ημερών ήταν η πρεμιέρα της όπερας του Τζάκομο Πουτσίνι «Μαντάμ Μπατερφλάι» από τη νεοσύστατη Λυρική Σκηνή.

Την παράσταση θα τιμούσε ο γιος του συνθέτη, γεγονός που είχε κινητοποιήσει την κοσμική Αθήνα. Ο πρεσβευτής της Ιταλίας, Εμμανουέλε Γκράτσι, είχε καλέσει τον Μεταξά σε γεύμα μετά την παράσταση.

 

Το φιλί του Ιούδα

 

Ο δικτάτορας αρνήθηκε –«είναι δυσάρεστο για τον καθένα μας να δεχθεί το φιλί του Ιούδα», σημείωσε στο ημερολόγιό του– και έδωσε την εντολή σε μόνο δύο υπουργούς να παρακολουθήσουν την παράσταση.

Δύο ημέρες πριν, στο υπουργικό συμβούλιο της Παρασκευής, ο Μεταξάς θορυβημένος από την έντονη φημολογία και την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά τα γεγονότα του Δεκαπενταύγουστου και τον τορπιλισμό της «Έλλης» στην Τήνο –για τον οποίο, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ευθύνονταν οι Ιταλοί– ενημέρωσε τους υπουργούς του για την κατάσταση, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας είχε προχωρήσει ικανοποιητικά.

Το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου το Ιταλικό Πρακτορείο Ειδήσεων Stefaniεξαπέλυσε επίθεση εναντίον της Ελλάδας, στην οποία απάντησε αμέσως το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Η ελληνική ηγεσία ήταν πεπεισμένη πλέον ότι η ιταλική επίθεση είναι ζήτημα ωρών. Κατόπιν τούτου, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, επικοινώνησε αμέσως με τις διοικήσεις των μονάδων που ήταν υπεύθυνες για τη φύλαξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου ενώ ενημερώθηκε και ο πρωθυπουργός.

Τα άσχημα μαντάτα δεν άργησαν, καθώς οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές.

Στις 03:00 τα ξημερώματα της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου ο Ιταλός πρέσβης συναντήθηκε τελικά με τον Μεταξά, αλλά για να του επιδώσει στο σπίτι του στην Κηφισιά τελεσίγραφο, με το οποίο ο Μουσολίνι απαιτούσε από την Ελλάδα να μην εμποδίσει τον Στρατό του να καταλάβει ορισμένες στρατηγικές θέσεις στη χώρα μας.

Η κυβέρνηση των Αθηνών είχε διορία τρεις ώρες για να δώσει την απάντησή της. Ωστόσο, αυτή ήταν, όπως φάνηκε, αυτονόητη για τον δικτάτορα: «Alors, monsieurc’estlaguerre» («Λοιπόν κύριε, έχουμε πόλεμο»). Με αυτά τα λόγια στα γαλλικά ειπώθηκε το θρυλικό «ΟΧΙ» από τον Ιωάννη Μεταξά, που απηχούσε πλήρως τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. Τότε, ο Γκράτσι του ζήτησε να υποχωρήσει για το «καλό της Ειρήνης», αλλά ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν ανένδοτος: «Περιττόν να προχωρήσετε, δεν θα το δεχθούμε».

 

Συμβούλιο

 

Αμέσως μετά την απάντηση αυτή, ο Γκράτσι αποχώρησε και ο Μεταξάς ενημέρωσε τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ και τους αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων και λίγη ώρα αργότερα ξεκίνησε για την Αθήνα, όπου συνεκλίθη το πρώτο Πολεμικό Συμβούλιο.

Η απόφαση για την επίθεση κατά της Ελλάδας ελήφθη στις 15 Οκτωβρίου από το ιταλικό Πολεμικό Συμβούλιο, παρουσία του Μουσολίνι και παρά τις αντιρρήσεις πολλών από τους παριστάμενους για την χαρακτηριστική προχειρότητα με την οποία αντιμετωπιζόταν η επιχείρηση.

Ο «Ντούτσε» χρειαζόταν επειγόντως μία μεγάλη νίκη για να μπει… στο μάτι του συμμάχου του Αδόλφου Χίτλερ, που είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις για μια επίθεση κατά της Ελλάδας. Σημειώνεται ότι η Ιταλία από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβριο 1939, δεν είχε σημειώσει κάποια στρατιωτική επιτυχία.

Ο Μουσολίνι πίστευε ότι η Ελλάδα ήταν ο εύκολος στόχος και θα μπορούσε να κάνει χωρίς πρόβλημα επίδειξη δύναμης.

«Το μόνο μας εμπόδιο είναι οι λασπωμένοι δρόμοι», τον είχαν διαβεβαιώσει οι επιτελείς του.

Ως ημέρα της επίθεσης είχε αρχικά ορισθεί η 26η Οκτωβρίου, αλλά ο Ιταλός δικτάτορας τη μετέθεσε για τις 28 Οκτωβρίου, προκειμένου να συμπέσει με τη 18η επέτειο της Πορείας προς τη Ρώμη, που έφερε τους Φασίστες στην εξουσία.

 

Πόλεμος!

 

Οι Ιταλοί δεν περίμεναν την εκπνοή του τελεσιγράφου. Ο αρχιστράτηγος των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, Βισκόντι Πράσκα, έδωσε την εντολή για προσβολή των ελληνικών θέσεων από τις 05:00 το πρωί.

Λίγες ώρες πριν από την έναρξη της ιταλικής επίθεσης, ο διοικητής της VIIIΜεραρχίας Πεζικού (η οποία ήταν επιφορτισμένη με τη φύλαξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου), υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, τηλεφώνησε από τα Ιωάννινα στο Γενικό Επιτελείου Στρατού στην Αθήνα, διαβεβαιώνοντας βάσει των πληροφοριών που είχε ότι επίκειτο εχθρική εισβολή. «Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας θα έχουμε ιταλική επίθεση. Η Μεραρχία θα εκτελέσει το καθήκον της προς την πατρίδα, σύμφωνα με τις διαταγές και τις οδηγίες του ΓΕΣ. Μπορώ να διαβεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγό και το τονίζω ιδιαίτερα αυτό, ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι», ήταν η δέσμευση του Κατσιμήτρου, την οποία και φρόντισε να τηρήσει στο ακέραιο.

Η ιταλική επίθεση εκδηλώθηκε με εισβολή ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στους τομείς της Πίνδου και της Ηπείρου (από το Γράμμο μέχρι το Ιόνιο) και με τοπικές συμπλοκές στην περιοχή της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Ο Ιταλός αρχιστράτηγος, Βισκόντι Πράσκα, είχε στη διάθεσή του 135.000 άνδρες και ο Έλληνας ομόλογός του, Αλέξανδρος Παπάγος, μόλις 35.000.

Το «ΟΧΙ» έγινε δεκτό με πρωτοφανή ενθουσιασμό από όλο τον ελληνικό λαό, που ξύπνησε στις 06:00 το πρωί από τους συριγμούς των σειρήνων και ξεχύθηκε στους δρόμους, κρατώντας τη γαλανόλευκη.

 

Για το μέτωπο

 

Οι στρατεύσιμοι, ανεξαρτήτως καταγωγής και κοινωνικής θέσης, ετοιμάζονταν για το μέτωπο «με το χαμόγελο στα χείλη» και το ραδιόφωνο μετέδιδε διαρκώς το περίφημο πρώτο ανακοινωθέν του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου: «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τις 5:30 πρωινής σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Η απόφαση της Ελλάδας να αντισταθεί προκάλεσε αυθημερόν εκδηλώσεις θαυμασμού, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και τις χώρες τής τότε Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Σταδιακά άρχισαν να καταφθάνουν δεκάδες μηνύματα συμπαράστασης, με πρώτο αυτό του βασιλιά της Αγγλίας, Γεωργίου ΣΤ΄, που τόνιζε: «Η υπόθεσίς σας είναι και ιδική μας υπόθεσις». Στο ίδιο μήκος κύματος και το τηλεγράφημα του Άγγλου πρωθυπουργού, Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Θα σας παράσχομεν όλην την δυνατήν βοήθειαν μαχόμενοι εναντίον του κοινού εχθρού και θα μοιρασθώμεν την κοινήν νίκην».

 

Ο άθλος του ανεφοδιασμού

 

Ο Έλληνας στρατιώτης -που όρθωσε το ανάστημά του στην εισβολή της φασιστικής Ιταλίας στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου του 1940- έπρεπε να συντηρείται στην πρώτη γραμμή, να έχει τα όπλα του σε ετοιμότητα, να αντικαθιστά όσα καταστρέφονταν και να ανεφοδιάζεται σε πυρομαχικά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις κυριολεκτικά τραγικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες διεξήχθη ο πόλεμος, τον δριμύ χειμώνα του ’40-’41, την κίνηση σε ορεινό έδαφος και τις διαθέσιμες πηγές, ο ανεφοδιασμός του ελληνικού Στρατού στον πόλεμο εκείνο μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικός άθλος.

 

Πυρομαχικά

 

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του έργου του ανεφοδιασμού του μαχόμενου ελληνικού Στρατού από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι τον Απρίλιο του 1941, αρκεί να αναφερθεί η τεράστια ποσότητα πυρομαχικών που καταναλώθηκαν στο διάστημα αυτό: Βλήματα πυροβολικού μάχης διαφόρων διαμετρημάτων: 1.074.000. Βλήματα αντιαεροπορικού πυροβολικού διαφόρων διαμετρημάτων: 251.800. Φυσίγγια τυφεκίου Mannlicher: 28.500.000. Φυσίγγια τυφεκίου Mauser: 24.000.000. Φυσίγγια οπλοπολυβόλου Hotchkiss: 45.000.000. Φυσίγγια πολυβόλου Hotchkiss: 48.000.000. Φυσίγγια οπλοπολυβόλου υποδείγματος 1915: 7.500.000. Φυσίγγια πολυβόλου Saint Etienne: 18.000.000.

Καταλυτικό ρόλο στο έπος του ’40, έπαιξαν οι ταπεινοί «μουλαράδες», στρατιώτες και πολίτες και, βέβαια, οι γυναίκες από την περιοχή της Πίνδου και του Ζαγορίου, χωρίς την αυτοθυσία των οποίων δεν θα ήταν δυνατή η αποστολή τροφίμων και πυρομαχικών στα απρόσιτα βουνά της Αλβανίας μέσα στο χιόνι και στο βαρύ ψύχος, εκεί που ήταν αδύνατον να φτάσει καν τροχός. Και όταν τους ρωτούσαν πού πήγαιναν, απαντούσαν: «Πάμε θροφίματα και σφαίρες στα παιδιά επάνω!»

 

Ελληνική Εποποιία

 

Ο σπουδαίος Έλληνας λογοτέχνης Άγγελος Τερζάκης στο έργο του «Ελληνική Εποποιία 1940-1941» περιέγραψε με ωμό και ειλικρινή τρόπο, χωρίς εξωραϊσμούς, την κατάσταση των Ελλήνων στρατιωτών εκείνον τον φοβερό χειμώνα του 1940: «Αλλά και ενάμισης μήνας πόλεμος με πορείες εξαντλητικές, καιρικές συνθήκες απάνθρωπες, ανεφοδιασμό προβληματικό, όταν δεν ήταν ανύπαρκτος, τροφοδοσία χιμαιρική, έχουν μεταβάλει τον ελληνικό Στρατό σε λαό από φαντάσματα και σκέλεθρα. Στη μάχη στ’άλματα εφόδου, πέφτουν οι μαχητές πρηνηδόν να προφυλαχτούν ή να σημαδέψουν και από πίσω βλέπεις τα άρβυλά τους δίχως σόλες. Με τις γυμνές αυτές πατούσες πορεύονται πάνω στα χιόνια, στ’αγκάθια, στους λεπιδωτούς βράχους. Η δυσεντερία θερίζει ολάκερα τμήματα, που πρέπει ωστόσο να πολεμάνε δίχως αναπαμό, να καταυλίζονται ψηλά σε κορυφογραμμές απρόσιτες, μέσα στη χιονοθύελλα και στις αναμοζάλες. Με τις στολές αυτές, που έχουν μουσκέψει από βροχές άσωστες, που κουρελιάστηκαν, καψαλίστηκαν στη φωτιά της μάχης, περνάνε ποτάμια, κοιμούνται, μάχονται, στεγνώνουν, τουρτουρίζουν, παγώνουν. Η πείνα έχει σκάψει τα μάγουλά τους. Ρούφηξε τα νιάτα τους, έζωσε τα μάτια τους με μαυρίλα. Ο πόλεμος αγριεύει τον άνθρωπο, αλλά τούτος εδώ δεν είναι πόλεμος, όπως όλοι οι πόλεμοι. Είναι μαρτύριο, πάλεμα με τα φυσικά στοιχεία, τέντωμα υπεράνθρωπο, θυσία καθημερινή. Στα βουνά της Αλβανίας ο Στρατός αυτός έγινε κάτι σαν λαός ψυχές κολασμένες, όραμα στοιχειωμένο από βαρυποινίτες του Άδη… Είχαν γίνει κάτι σαν τις άγριες εκείνες αγέλες των αγωνιστών του ’21, αγρίμια του λόγγου με μάτι πυρωμένο, πρόσωπο αγκαθερό».

 

Οι πρώτοι πεσόντες

 

Ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης που έχασε τη ζωή του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης από την Πιάλεια Τρικάλων και υπηρετούσε στο 21ο Φυλάκιο Πίνδου του 51ου Συντάγματος Πεζικού, στα ελληνοαλαβανικά σύνορα. Ο 28χρονος πεζικάριος έπεσε νεκρός από θραύσμα εχθρικής οβίδας, λίγα λεπτά μετά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης, το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Ο πρώτος Έλληνας μόνιμος αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος στο μέτωπο της Αλβανίας ήταν ο υπολοχαγός Πεζικού Αλέξανδρος Διάκος, την 1η Νοεμβρίου του 1940 στην τοποθεσία Τσούκα της Πίνδου. Ο, γεννηθείς στη Χάλκη της Δωδεκανήσου, Διάκος είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Ευελπίδων το 1934 και υπηρετούσε στο 4ο Σύνταγμα Πεζικού.

Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που τραυμαστίστηκε ήταν ο ταγματάρχης Πεζικού Νικήτας Θωμάς του 51ου Συντάγματος Πεζικού, τις απογευματινές ώρες της 29ης Οκτωβρίου του 1940 στην προσπάθεια ανακατάληψης από τη μονάδα του των υψωμάτων Μούκα και Καζάνι.

Ο «θρυλικός» συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, ήταν ο πρώτος ανώτερος αξιωματικός που τραυματίστηκε σοβαρά στις 2 Νοεμβρίου του 1940 στις επιχειρήσεις της περιοχής Φούρκας. Έχασε τη ζωή του τον Ιανουάριο του 1943, όταν το ιταλικό πλοίο στο οποίο επέβαινε με άλλους τραυματίες-αιχμαλώτους πολέμου που μεταφέρονταν στην Ιταλία, τορπιλίστηκε από βρετανικό υποβρύχιο στην Αδριατική.

Ο αντισυνταγματάρχης Πεζικού Μαρδοχαίος Φριζής ήταν ο πρώτος ανώτερος αξιωματικός που έπεσε στο πεδίο της μάχης, την 5η Δεκεμβρίου του 1940 στην Πρεμετή της Β. Ηπείρου.

Τέλος, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Μηχανικού Κωστής Παπαδάκης από το Ρέθυμνο, ήταν ο πρώτος Έλληνας δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα», που σκοτώθηκε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του ’40 (4 Νοεμβρίου 1940 στο Νεστόριο Καστοριάς).

Share