Όταν οι τεχνοκράτες παύουν να θεωρούνται ημίθεοι

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012   

του ΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Το «αποτέλεσμα του δικτύου» και οι νέες απόψεις για τη διαχείριση της κρίσης
 
Η διάδοση της κυρίαρχης γνώμης και η στάση που θα κρατήσουν τα μέλη μιας ομάδας μπορεί να αποδειχθούν υπαίτιοι της κατάρρευσης ή της κοινωνικής προόδου

 

Η διεξαγωγή οικονομικής πολιτικής, ήδη δέκα με δέκα πέντε χρόνια πριν από την εκδήλωση της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008-09, είχε δείξει τα θεμελιώδη προβλήματα του κυρίαρχου συμβατικού τρόπου σκέψης στα οικονομικά. Εκείνη την εποχή φαινόταν ότι τα σημαντικότερα προβλήματα μακροοικονομικής διαχείρισης επιλύονται επειδή έξυπνοι πολιτικοί διαμορφώνουν έξυπνους κανόνες και έξυπνες ρυθμίσεις ώστε να προσφέρουν τα σωστά κίνητρα, στα οποία -σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό- οικονομικώς ορθολογικοί δρώντες θα ανταποκριθούν με τον σωστό τρόπο. Εκείνη την περίοδο της θεωρητικής κυριαρχίας του οικονομικού ορθολογισμού (δεκαετία του 1990), η οικονομική μεγέθυνση στη Δύση ήταν ισχυρή και σταθερή, ενώ η ανεργία και ο πληθωρισμός κυμαίνονταν παντού σε χαμηλά επίπεδα.

  Όμως, από τη συμβατική οικονομική σκέψη έλειπε μια κρίσιμη μεταβλητή: η σημασία των δικτύων και η δικτυακή συμπεριφορά, που βασίζεται περισσότερο σε ψυχολογικούς παράγοντες και κυρίως στον μιμητισμό μεταξύ των μελών ενός δικτύου, παρά σε ορθολογικούς υπολογισμούς σύμφωνα με τις κλασικές αφαιρετικές θεωρίες της οικονομικής επιστήμης. Χρειάστηκε η βιωματική γνώση των χρηματοοικονομικών κρίσεων για να γίνει κατανοητό ότι το πεδίο των οικονομικών δεν είναι το βασίλειο της ορθολογικότητας και των «σκληρών αριθμών» και ότι το λεγόμενο «αποτέλεσμα του δικτύου» (networkeffect) -δηλαδή οι συνέπειες της δικτυακής οργάνωσης και συμπεριφοράς- διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη γέννηση και εξέλιξη των κρίσεων.

  Οι πρώτες σημαντικές αποδείξεις προέκυψαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Το 1997-98, η ταχέως αναπτυσσόμενη περιοχή της Ανατολικής Ασίας βίωσε μια χρηματοοικονομική κρίση, με σημαντική επιδείνωση της συνολικής παραγωγής και της ανεργίας σε ολόκληρη την περιοχή το 1998. Όμως, πολύ σύντομα αποκαταστάθηκε η ανάπτυξη και άρχισε να βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο. Το «αποτέλεσμα του δικτύου» έκανε αισθητή την παρουσία του και στην κατάρρευση και στην ανάρρωση της οικονομίας.

 

Οι αμφιβολίες

  Το αποτέλεσμα του δικτύου στην εκδήλωση της κρίσης είχε να κάνει με το γεγονός ότι άρχισαν να δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με την πορεία της οικονομίας της Ταϊλάνδης. Συγκεκριμένα, υπήρχαν ανησυχίες για το αν η χώρα έπασχε από μια μη βιώσιμη φούσκα στην αγορά ακινήτων. Η φήμη και η ανησυχία φούντωσαν. Έτσι, το νόμισμα της Ταϊλάνδης υπέστη κερδοσκοπική επίθεση, εξαιτίας της οποίας η κυβέρνηση της χώρας κατήργησε τον νομισματικό δεσμό που υπήρχε μέχρι τότε μεταξύ του ταϊλανδέζικου νομίσματος και του αμερικανικού δολαρίου. Αυτή η εξέλιξη πυροδότησε μαζική κερδοσκοπία εναντίον του ταϊλανδέζικου νομίσματος και έντονη υποτίμησή του. Στη συνέχεια η κρίση της Ταϊλάνδης μεταδόθηκε, σαν πυρκαγιά, σχεδόν σε όλες τις άλλες χώρες της περιοχής. Ακόμη και η Κίνα -που τότε ήταν πολύ λιγότερο ενταγμένη στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα αλληλεξάρτησης από ό,τι σήμερα- υπέστη μείωση της αξιοπιστίας της στις διεθνείς αγορές εξαιτίας της περιφερειακής χρηματοοικονομικής κρίσης. Η χρηματοοικονομική κατάρρευση της Ανατολικής Ασίας, το 1997-98, οδήγησε σε δραματική πτώση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος πολλών χωρών της περιοχής και σε αύξηση της ανεργίας.

  Στη συνέχεια, σχεδόν με εξίσου απότομο («μη ορθολογικό») τρόπο, επέστρεψε η εμπιστοσύνη στην περιοχή, διαμέσου των δικτύων των χρηματοοικονομικών αγορών και διαμέσου των δικτύων που δημιουργούν επιχειρηματική εμπιστοσύνη ή δυσπιστία στις εγχώριες οικονομίες της περιοχής. Γιατί συνέβη αυτό; Όπως λέει ένα παλιό ρητό, η επιτυχία έχει πολλούς πατεράδες, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή. Για παράδειγμα, το ΔΝΤ κατηγορήθηκε από πολλές πλευρές για τον ρόλο του κατά τη διάρκεια της κρίσης, αλλά το ίδιο ανταπάντησε ότι οι δικές του πιστώσεις συνέβαλαν αποφασιστικά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στη συνεπακόλουθη οικονομική ανάρρωση. Η αλήθεια είναι ότι, ακόμη και τώρα, παρότι έχει μεσολαβήσει μια δεκαετία και πλέον μεθοδικής και εντατικής μελέτης εκείνης της κρίσης από τους οικονομολόγους, δεν έχει υπάρξει ενιαίο και γενικώς αποδεκτό πόρισμα σχετικά με το ερώτημα γιατί οι οικονομίες κατέρρευσαν τόσο θεαματικά και αστραπιαία και ύστερα, πολύ σύντομα, άρχισαν να ανακάμπτουν.

  Μετά τη μαζική χρηματοοικονομική κρίση στην Ανατολική Ασία συνέβησαν αρκετές ακόμη σημαντικές κρίσεις, στις οποίες το «αποτέλεσμα του δικτύου» έπαιξε σημαντικό ρόλο: η Ρωσία προέβη σε παύση πληρωμών του εξωτερικού χρέους της, κατέρρευσε ο αμερικανικός χρηματοοικονομικός κολοσσός Long Term Capital Management και επίσης έσκασε η χρηματιστηριακή φούσκα dot.com του NASDAQ. Καθεμιά από τις προαναφερθείσες κρίσεις θα μπορούσε να είχε πυροδοτήσει μια παγκόσμια οικονομική κρίση σαν αυτήν που βιώνουμε σήμερα. Όμως κάθε δυνητική αιτία πρόκλησης ενός παγκόσμιου οικονομικού μακελειού απετράπη επειδή, σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, οι πολιτικοί εφοδιάζονταν με νέες ικανότητες, νέα εργαλεία πολιτικής δράσης και νέες επιγνώσεις και δεν περιορίζονταν στις συμβατικές οικονομικές θεωρίες περί ορθολογικότητας και κινήτρων, αλλά αφομοίωναν δημιουργικά την έννοια της «αποτυχίας της αγοράς» (marketfailure), με αποτέλεσμα να μην εγκλωβίζονται σε τεχνοκρατικά κλουβιά.

 

Αποκατάσταση

  Ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρντ (Olivier Blanchard) είχε υποστηρίξει, τον Αύγουστο του 2008, σε κείμενο εργασία του στο ΜΙΤ, με τίτλο «Η Κατάσταση της Μακροοικονομικής» τα εξής: «Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την έκρηξη της μακροοικονομικής τη δεκαετία του 1970, αυτό το πεδίο έμοιαζε με πεδίο μάχης. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, κυρίως επειδή τα γεγονότα δεν μπορούν να παρακαμφθούν, έχει αναδυθεί ένας εν πολλοίς γενικής αποδοχής κοινός τρόπος θεώρησης των διακυμάνσεων και της μεθοδολογίας… Η κατάσταση της μακροοικονομικής είναι καλή». Αυτός ο τεχνοκράτης βρισκόταν τόσο ψηλά στις νεφέλες των αφηρημένων οικονομικών μοντέλων, ώστε, παρότι άρχιζε μια πολύ σοβαρή κρίση, τον Αύγουστο του 2008, ο ίδιος δήλωνε υπερηφάνως ότι το συμβατικό επιστημονικό πεδίο της μακροοικονομικής βρισκόταν σε καλή κατάσταση και ουσιαστικά προωθούσε έναν καταστροφικό δογματισμό. Λίγες εβδομάδες μετά την υπερήφανη αυτή διακήρυξη του υψηλόβαθμου τεχνοκράτη, ο χρηματοοικονομικός κολοσσός LehmanBrothersκατέρρευσε και πυροδοτήθηκαν εξελίξεις που έφεραν τον καπιταλισμό στο χείλος μιας ακόμη «Μεγάλης Ύφεσης», όπως εκείνη της δεκαετίας του 1930.

 

Οι τραπεζίτες παγιδεύτηκαν στο «δίχτυ»

  Η κρίση που ενέσκηψε στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα το 2008 ήταν και είναι πρωτίστως «αποτέλεσμα δικτύου». Ένα «αποτέλεσμα δικτύου» που σάρωσε το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Τη μια στιγμή όλα φαίνονταν εντάξει και οι τράπεζες ήταν ευτυχείς να αγοράζουν και να πωλούν πολύπλοκες τιτλοποιημένες δέσμες χρεών. Την άλλη στιγμή, σχεδόν εν ριπή οφθαλμού, ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι τράπεζες έγιναν εξαιρετικά διστακτικές στο να συνεχίσουν να διεξάγουν σχεδόν κάθε διατραπεζική συναλλαγή που διεξήγαν μέχρι τότε και ειδικότερα έπαψαν να θέλουν να χορηγήσουν πιστώσεις.

  Όπως είχε παρατηρήσει ο Τζον Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes), οι τραπεζίτες είναι «μια κοινωνία ατόμων καθένα από τα οποία πασχίζει να αντιγράψει τα άλλα». Όσο λοιπόν, μέχρι το 2008, οι τραπεζίτες αναπαρήγαν τις κυρίαρχες γνώμες και πεποιθήσεις, όλα ήταν καλά και θα συνέχιζαν να είναι καλά αν συνέχιζαν να αντιγράφουν τις ίδιες συμπεριφορές. Αλλά μόλις έπαψαν να πιστεύουν, μόλις δηλαδή επήλθε κλονισμός της πίστης, συνέβη η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

  Μέχρι το 2008, οι τραπεζίτες, οι ρυθμιστικές Αρχές και οι κυβερνήσεις πίστευαν ότι το πρόβλημα της αποτίμησης του κινδύνου είχε επιλυθεί. Παρά τις αμφιβολίες που εκφράζονταν κατά περιόδους και παρά τα περιστασιακά σοκ, αυτή η πίστη παρέμενε. Μέχρι που ξαφνικά και δραματικά, το 2008, οι αμφιβολίες άρχισαν να μεταδίδονται σαν τον «Μαύρο Θάνατο» μέσω των χρηματοοικονομικών θεσμών. Και μόλις συνέβη αυτό, καμιά Αρχή δεν μπορούσε να κάνει τις τράπεζες να ξαναβρούν την παλιά πίστη τους. Τα δίκτυα ακύρωσαν όλες τις προσπάθειες αποκατάστασης της χαμένης πίστης. Γι’ αυτό οι οικονομικές κρίσεις άρχισαν πλέον να μελετώνται ως συνέπειες ανισοκατανομής της πληροφόρησης και αναποτελεσματικών δομών οργάνωσης και διοίκησης που οφείλονται σε τεχνοκρατικές αρτηριοσκληρώσεις και φαντασιώσεις.

 

Η κατάρρευση των τεχνοκρατών και το πέρασμα στη Δημοκρατία

 

Ο εκδημοκρατισμός τού οικονομικού συστήματος είναι προϋπόθεση ανάπτυξης, κάτι που η Μέρκελ, σε αντίθεση με τον Ομπάμα, αρνείται να καταλάβει και παραμένει δέσμια των τεχνοκρατών

 

  Ο διάσημος αναλυτής κοινωνικών τάσεων και επιστημονικός μελλοντολόγος Άλβιν Τόφλερ (AlvinToffler) έχει γράψει εκτενώς για την κατάρρευση της τεχνοκρατίας, στο βιβλίο του «FutureShock», τα εξής: «Με τον όρο τεχνοκρατικός σχεδιασμός δεν εννοώ μόνο τον συγκεντρωμένο εθνικό σχεδιασμό που, μέχρι πρόσφατα, χαρακτηρίζει την ΕΣΣΔ, αλλά επίσης τις λιγότερο τυπικές, πιο διαφοροποιημένες προσπάθειες στο πλαίσιο του συστηματικού μάνατζμεντ της αλλαγής, που συμβαίνουν σε όλα τα έθνη υψηλής τεχνολογίας, ανεξαρτήτως του πολιτικού προσανατολισμού τους». Όπως εξηγεί ο Galbraith, ακόμη και στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας, οι μεγάλες εταιρείες κάνουν τεράστιες προσπάθειες για να εξορθολογικοποιήσουν την παραγωγή και την κατανομή, να σχεδιάσουν το μέλλον τους όσο καλύτερα μπορούν. Οι κυβερνήσεις, επίσης, είναι βαθιά χωμένες στην υπόθεση του σχεδιασμού. Η κεϊνσιανή χειραγώγηση των μεταπολεμικών οικονομιών μπορεί να μην τελεσφορεί αλλά δεν είναι τυχαία. Στη Γαλλία, LePlan[το σχέδιο] έχει καταστεί κανονικό γνώρισμα του εθνικού βίου. Στη Σουηδία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, οι κυβερνήσεις επεμβαίνουν ενεργά στον οικονομικό τομέα… Πρώτον, ο τεχνοκρατικός σχεδιασμός, καθαυτός ένα προϊόν της εκβιομηχάνισης, αντανακλά τις αξίες μιας εποχής που εξαφανίζεται με μεγάλη ταχύτητα. Τόσο υπό την καπιταλιστική όσο και υπό την κομμουνιστική εκδοχή της, η εκβιομηχάνιση ήταν ένα σύστημα επικεντρωμένο στη μεγιστοποίηση της υλικής ευημερίας. Συνεπώς, για τον τεχνοκράτη, τόσο στο Ντιτρόιτ όσο και στο Κίεβο, η οικονομική πρόοδος είναι ο πρωταρχικός σκοπός – η τεχνολογία είναι το πρωταρχικό εργαλείο. Το γεγονός ότι στη μια περίπτωση η πρόοδος γίνεται στο όνομα του ιδιωτικού συμφέροντος και στην άλλη, θεωρητικά, στο όνομα του δημοσίου καλού, δεν αλλάζει τις θεμελιώδεις υποθέσεις που είναι κοινές και στις δύο περιπτώσεις. Ο τεχνοκρατικός σχεδιασμός είναι οικονομοκεντρικός. Δεύτερον, ο τεχνοκρατικός σχεδιασμός αντανακλά τη χρονική προκατάληψη της εκβιομηχάνισης. Αγωνιζόμενο να απελευθερωθεί από τον οπισθοδρομικό προσανατολισμό των προηγουμένων κοινωνιών, το βιομηχανικό σύστημα επικεντρώθηκε υπερβολικά στο παρόν.

 

Βραχύχρονα σχέδια

Αυτό σήμαινε, πρακτικά, ότι ο σχεδιασμός του αφορούσε στο εγγύς μέλλον. Η ιδέα του πενταετούς σχεδίου αντιμετωπίστηκε από τον κόσμο ως εξωφρενικά μελλοντολογική όταν διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τους Σοβιετικούς στη δεκαετία του 1920… Μια χούφτα εταιρειών και κυβερνητικών υπηρεσιών έχουν αρχίσει να ασχολούνται με ορίζοντες δεκαετίας, εικοσαετίας ακόμη και πεντηκονταετίας. Η πλειοψηφία, ωστόσο, παραμένει τυφλά προκατειλημμένη με ορίζοντα την ερχόμενη Δευτέρα. Ο τεχνοκρατικός σχεδιασμός είναι βραχείας προοπτικής. Τρίτον, αντανακλώντας τη γραφειοκρατική οργάνωση του βιομηχανικού συστήματος, ο τεχνοκρατικός σχεδιασμός θεμελιώθηκε επάνω στο αξίωμα της ιεραρχίας. Ο κόσμος διαιρέθηκε στον διευθυντή (manager) και στον εργάτη (worker), σε εκείνον που σχεδιάζει και σε εκείνον που υφίσταται τον σχεδιασμό, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται από τον έναν για τον άλλον. Αυτό το σύστημα, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει όταν οι αλλαγές συμβαίνουν με ρυθμούς βιομηχανικής κοινωνίας, καταρρέει καθώς η ταχύτητα φθάνει σε υπερβιομηχανικά ύψη. Το αυξανόμενα ασταθές περιβάλλον απαιτεί όλο και περισσότερες μη-προγραμματισμένες αποφάσεις μέχρι τα χαμηλότερα κλιμάκια – η ανάγκη για άμεση ανάδραση καθιστά ασαφή τη διάκριση μεταξύ γραμμής παραγωγής και προσωπικού διοίκησης- και η ιεραρχία παραπαίει. Εκείνοι που σχεδιάζουν είναι υπερβολικά απομακρυσμένοι, έχουν υπερβολική άγνοια των συνθηκών πεδίου, είναι υπερβολικά αργοί στις αντιδράσεις τους απέναντι στην αλλαγή. Καθώς διαχέεται η υποψία ότι οι έλεγχοι από-επάνω-προς-τα-κάτω δεν λειτουργούν, εκείνοι που υφίστανται τον σχεδιασμό αρχίζουν να φωνασκούν για το δικαίωμα συμμετοχής τους στη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, εκείνοι που σχεδιάζουν αντιστέκονται. Διότι, σαν το γραφειοκρατικό σύστημα, ο τεχνοκρατικός σχεδιασμός είναι ουσιαστικά αντιδημοκρατικός».

 

Δημιουργικότητα

  Γι’ αυτό, στον ίδιο τον καπιταλιστικό κόσμο έχει αναδειχθεί η ανάγκη ανάπτυξης και εφαρμογής ενός μετατεχνοκρατικού μάνατζμεντ, όπου δεν επιδιώκεται πλέον η ανακάλυψη και επιβολή κάποιας αντικειμενικής αλήθειας, αλλά προτάσσονται η δυναμική συνέχεια μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου και η ανθρώπινη δημιουργικότητα.

   Ο Άλβιν Τόφλερ έχει γράψει σχετικά με τη Δημοκρατία ως προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης: «Οι δημοκρατικές πολιτικές μορφές αναδείχθηκαν στη Δύση επειδή η ιστορική πίεση για κοινωνική διαφοροποίηση και για ταχύτερα μεταβαλλόμενα συστήματα απαιτούσε ευαίσθητη κοινωνική ανάδραση. Στις πολύπλοκες, διαφοροποιημένες κοινωνίες, τεράστιες ποσότητες πληροφοριών πρέπει να ρέουν με όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες μεταξύ των τυπικών οργανισμών και των υποκουλτουρών που συνθέτουν το όλον, και μεταξύ των στρωμάτων και των υποκουλτούρων εντός αυτών. Η πολιτική Δημοκρατία, ενσωματώνοντας όλο και μεγαλύτερους αριθμούς στη διαδικασία λήψης κοινωνικών αποφάσεων, διευκολύνει την ανάδραση. Και είναι ακριβώς αυτή η ανάδραση που απαιτείται για τον έλεγχο. Για να αποκτήσουμε τον έλεγχο επάνω στην επιταχυνόμενη αλλαγή, θα χρειαστούμε ακόμη περισσότερο εξελιγμένους -και περισσότερο δημοκρατικούς- μηχανισμούς ανάδρασης».

   Ο εκδημοκρατισμός, λοιπόν, του οικονομικού συστήματος δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικής τάξης, αλλά και προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό δείχνει να το καταλαβαίνει ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα -ο οποίος αντιμετωπίζει την οικονομική πραγματικότητα ως ελαστική και ως αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης- αλλά αρνείται να το καταλάβει η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ, που παραμένει δέσμια ενός αφελούς επιστημονισμού και τεχνοκρατικών οικονομικών συνταγών, τις οποίες αντιμετωπίζει ως τοτέμ και ταμπού.

 

Share