Η ενέργεια και οι… παρενέργειες

Οι ΗΠΑ αλλάζουν τα δεδομένα και στη Μέσα Ανατολή

Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν τέσσερις κύριες πηγές μεγάλων μελλοντικών κρίσεων και είναι η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, το Ιράν και το Ισραήλ

 

 

Αφού διαπιστώθηκε, πλέον, ότι τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων στον πλανήτη καλά κρατούν, ήρθε μια ακόμη νέα είδηση: οι ΗΠΑ βρίσκονται πολύ κοντά στο να αποκτήσουν ενεργειακή αυτάρκεια, εξέλιξη η οποία ικανοποιεί την Ουάσινγκτον, ανησυχεί, όμως, μια σειρά χωρών ανά τον κόσμο και αλλάζει γεωπολιτικά και γεωοικονομικά δεδομένα.

Η πορεία των ΗΠΑ προς την επίτευξη της ενεργειακής τους αυτάρκειας ανησυχεί, κατ’ αρχάς, τον Καναδά που είναι μέχρι σήμερα η κύρια πηγή πετρελαίου για τις ΗΠΑ. Ανησυχεί ακόμη τη Ρωσία, η οποία ήλπιζε να διεισδύσει στην αμερικανική αγορά ενέργειας με το γιγαντιαίο κοίτασμα Μπαζένοφ (Bazhenov reservoir) στη Δυτική Σιβηρία. Και, βεβαίως, η είδηση ότι οι ΗΠΑ πολύ σύντομα θα είναι ενεργειακά αυτάρκεις ανησυχεί διάφορες χώρες της μείζονος Μέσης Ανατολής (η οποία εκτείνεται από το Μαρόκο μέχρι το Πακιστάν).

 

Οι ανακατατάξεις στην Αμερική

Όπως έχουμε ξαναγράψει σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας, η τεχνική «fracking» συνίσταται σε μια κατακόρυφη γεώτρηση σε βάθος περίπου ενός μιλίου και, εν συνεχεία, στη χρήση χημικώς επεξεργασμένου νερού μέσω ενός οριζόντιου αγωγού ο οποίος εισέρχεται μέσα σε σχιστολιθικά στρώματα και, με την πίεση που ασκεί, απελευθερώνει το φυσικό αέριο το οποίο είναι παγιδευμένο σε αυτά και το ωθεί στην επιφάνεια του εδάφους. Αυτή η τεχνική άντλησης φυσικού αερίου και πετρελαίου έχει αιφνιδιάσει πολλούς παίκτες στην αγορά ενέργειας, ακόμη και εντός των ΗΠΑ, όπου εγχώριοι παράγοντες που δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή ενέργειας αναμένεται να μείνουν χωρίς πελάτες, λόγω του «fracking».

Επίσης, εξαιτίας της αξιοποίησης του «fracking» από τις ΗΠΑ, ο Καναδάς βλέπει με ανησυχία την αγορά ενέργειας που εξυπηρετεί να συρρικνώνεται. Πολλοί παράγοντες του τομέα της ενέργειας του Καναδά ανησυχούν ότι ο βιτουμινικός γαιάνθρακας (μια μορφή στερεού ή ημιστερεού πετρελαίου) των ορυχείων πετρελαϊκής άμμου του Καναδά θα χάσει την αγορά που έχει σήμερα και ότι ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει μια βιώσιμη αγορά φυσικού αερίου είναι οι πωλήσεις LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο) προς την Κίνα. Όμως, ούτε αυτό το σενάριο είναι πολύ ικανοποιητικό για τον Καναδά, διότι η Κίνα προτίθεται να διερευνήσει και να αξιοποιήσει τις δικές της δυνατότητες εφαρμογής της τεχνικής «fracking».

Ο Καναδάς έχει εντοπίσει, ήδη, έξι σημεία εντός των εθνικών εδαφών του όπου θα μπορούσε να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη τεχνική. Αυτά, όμως, τα κοιτάσματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κυρίως για την εξυπηρέτηση των εγχώριων ενεργειακών αναγκών, διότι η τιμή του φυσικού αερίου -λόγω του «fracking»- θα πέσει πολύ και δεν θα είναι οικονομικώς βιώσιμη η εκμετάλλευση αυτών των σχιστολιθικών κοιτασμάτων του Καναδά για εξαγωγικούς σκοπούς.

 

Οι ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή

Οι μεγαλύτερες ανησυχίες για τις συνέπειες που θα έχουν η ενεργειακή αυτάρκεια των ΗΠΑ και η εξάπλωση της τεχνικής «fracking» εστιάζονται στη Μέση Ανατολή. Όσο ο κόσμος ζούσε υπό την απειλή της ελλείψεως πετρελαίου και φυσικού αερίου εξασφαλιζόταν μια σχετική τάξη στη Μέση Ανατολή, ακριβώς για να μην ανατραπούν ευαίσθητες ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία.

Η ανατροπή διαφόρων αραβικών κυβερνήσεων -στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης και άλλων εξελίξεων που συμβαίνουν μέσα στον αραβοϊσλαμικό κόσμο- και η δυνατότητα των ΗΠΑ να αποκτήσουν ενεργειακή αυτάρκεια έχουν σοβαρές πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν όχι μόνο ευχάριστες εξελίξεις για τις ΗΠΑ αλλά και νέες προκλήσεις και νέους κινδύνους. Οι ΗΠΑ πρέπει να προσέχουν τι εύχονται γιατί μπορεί να τους συμβεί και, αν τους συμβεί, πρέπει να μπορούν να διαχειριστούν επιδέξια την πραγματοποίηση των ευχών τους, καθώς ανεπιθύμητες για τις ΗΠΑ κυβερνήσεις μπορεί να αντικατασταθούν από κυβερνήσεις που είναι ακόμη χειρότερες ως προς την εξωτερική πολιτική τους.

Το τι ακριβώς μπορεί να συμβεί το βλέπουμε, ήδη, μπροστά μας στην περίπτωση της Αιγύπτου. Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Μουμπάρακ η Αίγυπτος αλλάζει τη στάση της απέναντι στο Ισραήλ προς το χειρότερο. Η συνθήκη ειρήνης που υπέγραψαν η Αίγυπτος και το Ισραήλ το 1979 είναι σήμερα υπό αμφισβήτηση, αφού η Αίγυπτος αναμειγνύεται όλο και περισσότερο στη διακυβέρνηση της Γάζας και της Χαμάς, ενώ αυξάνεται και η ισχύς της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Κατ’ επέκταση, ανακύπτει ένα ακόμη σοβαρότερο και γενικότερο ζήτημα: τι θα συμβεί όταν οι βασιλικοί Οίκοι των πετρελαιοπαραγωγών αραβικών χωρών δεν θα έχουν αρκετά χρήματα (λόγω των ραγδαίων ανακατατάξεων στην αγορά ενέργειας) για να αγοράζουν την περιφερειακή τάξη και ασφάλεια στη Μέση Ανατολή; Αν σκεφθούμε αρκετά πάνω στο προαναφερθέν ερώτημα θα διαπιστώσουμε ότι αυτό δεν αφορά μόνο στον κίνδυνο πυροδότησης μιας μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ του Ισλάμ και της Δύσης, αλλά αφορά και στον κίνδυνο πυροδότησης άλλων σοβαρών επιμέρους συγκρούσεων, όπως η σύγκρουση μεταξύ του σιιτικού Ισλάμ και του σουνιτικού Ισλάμ καθώς και η σύγκρουση μεταξύ διαφόρων αραβικών φατριών, όπως, για παράδειγμα, εκείνες που συμβαίνουν ήδη στη Συρία με αφορμή τον πόλεμο εναντίον του καθεστώτος Άσαντ.

Παρότι τα καθεστώτα Άσαντ στη Συρία και Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά, σύμφωνα με τα κυρίαρχα πολιτικά και ηθικά κριτήρια της Δύσης, ωστόσο, πρέπει να παραδεχθούμε ότι μπορούσαν να διασφαλίζουν μια σταθερότητα στις αντίστοιχες χώρες. Συνεπώς, η ανατροπή των καθεστώτων Άσαντ και Σαντάμ Χουσεΐν πρέπει να συνοδεύεται από ένα σχέδιο αποτελεσματικής διαχείρισης της «επόμενης ημέρας», ώστε να αποτραπεί το σενάριο η Δύση να αντικαταστήσει ένα κακό με ένα ακόμη μεγαλύτερο κακό.

Αυτήν τη στιγμή, στη Μέση Ανατολή, υπάρχουν τέσσερις κύριες πηγές μεγάλων μελλοντικών κρίσεων: η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, το Ιράν και το Ισραήλ. Το Ισραήλ έχει πυρηνικά όπλα. Το Ιράν είναι πολύ πιθανό σύντομα να διαθέτει και αυτό πυρηνικά όπλα (όπως γράψαμε πρόσφατα σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας, σημαντικοί πολιτικοί παράγοντες των ΗΠΑ θεωρούν ότι η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν θα συμβάλει θετικά στην οικοδόμηση ενός περιφερειακού συστήματος ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή). Η κυριαρχία της βασιλικής οικογένειας της Σαουδικής Αραβίας ίσως δεν έχει πολύ μέλλον ακόμη.

Ένα πολύ πιθανό, βάσει των σημερινών δεδομένων, σενάριο για τη Μέση Ανατολή προβλέπει ότι η Αίγυπτος θα θέσει τέλος ή πάντως θα αμφισβητήσει δυναμικά τη συνθήκη ειρήνης που υπέγραψε το 1979 με το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία θα φύγει από τον έλεγχο του Οίκου των Σαούντ (που εγκατέστησαν εκεί οι Βρετανοί αποικιοκράτες κατά την αποχώρησή τους από την Αραβία) και θα περάσει -τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος της- στον έλεγχο μαχητικών Ουαχαμπιτών (ο Ουαχαμπισμός επιδιώκει με μαχητικό τρόπο να αποκαθάρει το Ισλάμ από καινοτομίες και να υπερασπιστεί την τιμή του έναντι των προσβολών που έχει υποστεί από τη Δύση), και το Ιράν θα γίνει πυρηνική δύναμη, με κύριο αντίβαρο το Ισραήλ.

Σε αυτό το γεωπολιτικό πλαίσιο, το Ισραήλ θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς η Αίγυπτος θα υιοθετήσει πιο επιθετική στάση απέναντι σε αυτό, η Σαουδική Αραβία -έστω και αν η βασιλική οικογένεια της χώρας θα βρίσκεται ακόμη στη θέση της- θα είναι όλο και δυσκολότερο να καταστεί διαχειρίσιμη από τις ΗΠΑ, αφού αυτές θα έχουν ενεργειακή αυτάρκεια και άρα δεν θα αποτελούν πελάτη του σαουδαραβικού πετρελαίου, και η Συρία, στη μετά Άσαντ εποχή, θα έχει μετατραπεί σε ένα κράτος με ισχυρότερο ισλαμικό πολιτικό στίγμα. Με άλλα λόγια, το Ισραήλ θα βρεθεί αντιμέτωπο με ένα διεθνές περιβάλλον στη Μέση Ανατολή όπου θα υπάρχουν καλύτερα εξοπλισμένοι αντίπαλοι και από όπου θα λείπουν οι φίλοι. Εξ ου και το Ισραήλ χρειάζεται κυρίως μια νέα στρατηγική διπλωματία για τη νέα Μέση Ανατολή, την οποία προσπάθησε να αρθρώσει η Τζίπι Λίβνι, αλλά εμπόδισε η επικίνδυνη και υπερφίαλη πολιτική του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η Σαουδική Αραβία είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα διότι -στην εποχή της ενεργειακής αυτάρκειας των ΗΠΑ, στην εποχή της φθηνής και μαζικής ενέργειας μέσω του «fracking» και στην εποχή του πυρηνικού Ιράν- ακόμη και αν το Ριάντ κατορθώσει να προσαρμοστεί σε αυτά τα νέα δεδομένα, οι ακτιβιστές της ουαχαμπιτικής αντιπολίτευσης θα κάνουν πιο δυναμική την παρουσία τους και θα ασκήσουν ακόμη μεγαλύτερες απειλές στην κυβέρνηση, έχοντας πάρει με το μέρος τους περισσότερους Σαουδάραβες, καθώς η κυβέρνηση του Ριάντ δεν θα έχει αρκετή οικονομική ισχύ για να ελέγχει μέσω κοινωνικών παροχών (π.χ. δωρεάν εκπαίδευση, δωρεάν υγεία) τον λαό της Σαουδικής Αραβίας.

Οι ΗΠΑ μπορεί να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν την Τουρκία ως παράγοντα μετριοπάθειας στη Μέση Ανατολή, αλλά μάλλον αυτό το σενάριο δεν θα τελεσφορήσει διότι τόσο οι Σουνίτες όσο και οι Σιίτες θα εμπλακούν σε πολύπλοκες πολιτικές και θρησκευτικές έριδες. Αν, λοιπόν, η κυβέρνηση της Άγκυρας επιχειρήσει να εγκαταλείψει τους «αδελφούς» της θρησκευτικά, τότε θα υποστεί ακόμη ισχυρότερη εσωτερική αντιπολίτευση από ακραίους θρησκευτικούς παράγοντες του Ισλάμ, που θα επιδιώξουν να ενισχύσουν την πορεία της Τουρκίας προς ένα θεοκρατικό σύστημα.

 

Οι απροσδιόριστοι παράγοντες

Στις «σκακιέρες» της ενέργειας και της Μέσης Ανατολής -υπό το φως των εξελίξεων που προαναφέραμε- υπάρχουν ορισμένοι σημαντικοί παίκτες οι οποίοι δεν έχουν ακόμη δείξει τις προθέσεις τους και δεν έχουν κάνει τις κινήσεις τους. Κατ’ αρχάς, δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη ποια στάση θα ακολουθήσει απέναντι στα νέα δεδομένα η Κίνα, η οποία ενισχύει συνεχώς τη γεωοικονομική παρουσία της στην Αφρική και στον μουσουλμανικό κόσμο. Επίσης, δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη ποια στάση θα ακολουθήσει απέναντι στα νέα δεδομένα η Ρωσία, εντός και γύρω από την οποία υπάρχουν μεγάλοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Τέλος, δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει την πολιτική τους απέναντι στις επερχόμενες εξελίξεις το Πακιστάν, που είναι ήδη μια σημαντική μουσουλμανική πυρηνική δύναμη, και η Ινδονησία, η οποία είναι η πολυπληθέστερη μουσουλμανική χώρα.

 

Κρίση εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα

Για μία ακόμη φορά, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας είναι τόσο υπερφίαλη και αδέξια που προκαλεί ζαλάδα. Η Ελλάδα σήμερα επιδιώκει να ασκήσει μια καινοτόμα εξωτερική πολιτική μέσω των ΑΟΖ, μέσω των σχέσεων με το Ισραήλ, μέσω της κινεζικής και της ρωσικής οικονομικής διπλωματίας και μέσω των επενδυτικών ταμείων των χωρών της Αραβικής Χερσονήσου (το Κατάρ και το Ντουμπάι έγιναν πολύ της μόδας πλέον και στην Ελλάδα). Όμως, αυτά που οι παράγοντες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών θεωρούν σήμερα ως πολιτικές καινοτομίες θα ήταν όντως καινοτομίες αν γίνονταν στον σωστό καιρό, δηλαδή τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν, ενώ σήμερα ο καιρός αυτός έχει παρέλθει και χρειάζονται άλλου είδους πολιτικές κινήσεις. Η ελληνική εξωτερική πολιτική σχετικά με τις ΑΟΖ, το Ισραήλ, το Κατάρ, τις κινεζικές και τις ρωσικές επενδύσεις είναι τραγικά υπερήμερη, διότι έχει σχεδιαστεί με τα δεδομένα του χθες και όχι με τα δεδομένα του αύριο, που έχουν ήδη δρομολογηθεί, σύμφωνα με τις εξελίξεις τις οποίες περιγράψαμε στο συγκεκριμένο άρθρο μας.

Πώς προετοιμάζεται η Ελλάδα για τη νέα αγορά ενέργειας; Για το σενάριο του πυρηνικού και αναβαθμισμένου Ιράν; Για την πολιτική κρίση των μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Αραβικής Χερσονήσου; Για τους νέους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς ανταγωνισμούς των ΗΠΑ με την Κίνα και τη Ρωσία;

 





Τελευταία νέα

  • Αλ. Παπαρήγα: «Σκίστε τα χαρτιά της επιστράτευσης, της εφορίας και των χαρατσιών»

  • Μεντβέντεφ: Η Ρωσία μπορεί υπό όρους να βοηθήσει την Κύπρο

  • Στην αντεπίθεση ο ΣΥΡΙΖΑ για τις δηλώσεις Κουράκη

  • Tελευταίο αντίο στην Ειρήνη Κουμαριανού

  • Υποσχέσεις για φοροαπαλλαγές «φέρνουν» οι εκλογές

  • Aναστολή κινητοποιήσεων σε τρόλεϊ και ΟΣΕ, συνεχίζουν στα λεωφορεία

  • Επίσχεση παροχής υπηρεσιών των γιατρών του ΕΟΠΥΥ

  • Αναχωρεί για το Κατάρ ο Α.Σαμαράς

  • Σύσκεψη για τον ενιαίο φόρο ακινήτων

  • Aπεργία της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ την Πέμπτη

  • Προκαταβολή σύνταξης στο Δημόσιο

  • Στα «αζήτητα» η σορός του 11χρονου παιδιού των φαναριών

  • Η Ελλάδα Αύριο 28-01-2013

  • Σε σοβαρή κατάσταση 52χρονη από έκρηξη σόμπας υγραερίου

  • Διαφωνία Σόιμπλε-Ντράγκι για την Κύπρο