Ο σκοπός και τα μέσα…

Αν το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο βρήκε έναν τρόπο να ξεμπροστιάσει τις στρατιές από ξέμπαρκα «παπαγαλάκια» που έχουν καλύψει δρυμούς, άλση, δεντράκια και ζαρντινιέρες, έκαμε άριστα ζητώντας να μην

παρουσιάζονται εικασίες, σπέκουλες και υποθέσεις εργασίας ως γεγονότα ειδησεογραφικά. Είναι γνωστό σε όλους πως δεν υπάρχει δημοσιογράφος ο οποίος να βγάζει από… την κοιλιά του τις ειδήσεις, παρεκτός και είναι για τα ανάθεμα. Ο δημοσιογράφος έχει πηγές. Ή έχει τα ματάκια του και βλέπει. Εδώ και πολλά χρόνια, ο δημοσιογράφος σπανίως ξεκουνιέται και παίρνει τα νέα από τους παραγωγούς νέων. Διοικητές, διευθυντές, υπαλλήλους επιδραστικούς, συγγενείς, βουλευτές, δημάρχους, υπουργούς, άλλους δημοσιογράφους που χρωστάνε μια «τράμπα» και μερικούς σπασίκλες οι οποίοι ξημεροβραδιάζονται στο internet και βρίσκουν πλήθος στοιχείων. Όλες οι ειδήσεις οι οποίες παρουσιάζονται ως βεβαιότητες είναι διαρροές από αυτούς που τις εφευρίσκουν, τις σοφίζονται. Από διοικητικά, εκτελεστικά και υπηρεσιακά περιβάλλοντα. 

Αλλά το ΕΣΡ δεν θέλει να στριμώξει τους διαδοσίες. Δεν αντέχει ελληνικά Watergate. Επειδή, εκτός από την ορθή σύσταση να μη βαφτίζουμε το λάχανο ψάρι, υπάρχει και μια άλλη υπόδειξη: να μην παρουσιάζονται εικόνες ταπείνωσης, φτώχειας, εξαθλίωσης, επειδή έτσι αποθαρρύνεται ο γενικός πληθυσμός ή για κάποιον άλλον λόγο ελπίζω να μην τολμήσουν να πούνε «για να έρθουν τουρίστες».

Οι τουρίστες, φίλτατοι, ειδικά το σκληρόπετσο, ακατάδεχτο, ακαλλιέργητο κομμάτι των πτωχών επισκεπτών με το «βραχιολάκι», φέρονται ως κάτοικοι-γκετο μέσα στα ξενοδοχεία τους και δεν δίνουν σημασία εάν ο τοπικός πληθυσμός πεινάει ή τον δέρνουν. Οι αυταρχικές και θεόφτωχες χώρες είχαν και έχουν πάντα φυλασσόμενο τουρισμό. Αλλά η εικόνα της χώρας είναι πολύ πιο τραγική από τις εικόνες χεριών που περιμένουν μια νάιλον σακούλα με ζαρζαβατικά. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσοι άνθρωποι δεν βγαίνουν καν έξω από μελαγχολία και αίσθηση πως η ζωή τους τέλειωσε. Ένας στην ουρά τοπικού σουπερμάρκετ μου εξηγούσε την ημερήσια ταρίφα για να χορτάσει η τετραμελής οικογένειά του: δύο πακέτα κοφτό μακαρονάκι από 36 έως 43 λεπτά, ένα κουτί ντοματάκια άλλα 45, και σύνολο με τρία ευρώ περνούσαν τη μέρα τους. Συμφωνώ πως ό,τι φαίνεται τραγικό, μερικές φορές δεν είναι: θυμηθείτε την πανομοιότυπη ρητορική επαιτεία την οποία χρησιμοποιούν οι ζητιάνοι στα μετρό και στους πολυσύχναστους σταθμούς, προσέξτε τα «αφεντικά» πώς γεωγραφούν τα στρατευμένα τους παιδιά. Ζούμε τον Όλιβερ Τουίστ, δεν τον διαβάζουμε. Όποιος εξαπατά να τον κοπανάτε, σύμφωνοι, αλλά η παγερή σιωπή του ανώνυμου πολίτη προμηνύει τα τρισχειρότερα.