Οι μυστικοί φάκελοι της Μέσης Ανατολής

Τα συμφέροντα των Ροκφέλερ είχαν επηρεάσει σημαντικά την πολιτική των ΗΠΑ στο Ιράν, ενώ ο Σάχης είχε διατάξει όλοι οι κύριοι λειτουργικοί λογαριασμοί της κυβέρνησής του να τηρούνται στην Chase Manhattan Bank, πρόεδρος της οποίας ήταν ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια γεωπολιτικά και γεωοικονομικά ευαίσθητη περιοχή, με πολύπλοκα συμφέροντα και πολύπλοκες ανακατατάξεις στην κατανομή της δύναμης. Με το σημερινό και το αυριανό άρθρο μας σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας, ανοίγουμε μυστικούς φακέλους της Μέσης Ανατολής, ώστε να αναλύσουμε πρόσωπα, γεγονότα και προοπτικές στο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον της χώρας μας.

Μετά την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον (Richard Nixon), o Τζέραλντ Φορντ (Gerald Ford) έγινε ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, το 1974. Ο Χένρι Κίσινγκερ (Henry Kissinger) παρέμεινε στη θέση του ως υπουργός Εξωτερικών, ενώ ο Φορντ διόρισε στην κυβέρνησή του δύο πρόσωπα που έμελλαν να παίξουν επί μακρόν σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ: τον Ντόναλντ Ράμσφελντ (Donald Rumsfeld) ως προσωπάρχη (Chief of Staff) της κυβέρνησης Φορντ και τον Ντικ Τσένεϊ (Dick Cheney) ως αναπληρωτή βοηθό του προέδρου. Ο αντιπρόεδρος ήταν ο Νέλσον Ροκφέλερ (Nelson Rockefeller), αδελφός του Ντέιβιντ Ροκφέλερ (David Rockefeller). Όταν ο Ντόναλντ Ράμσφελντ προήχθη σε υπουργό Άμυνας, ο Ντικ Τσένεϊ έγινε προσωπάρχης. Επίσης, ο Φορντ διόρισε τον Τζορτζ Χέρμπερτ Γουόκερ Μπους (George H.W. Bush) διοικητή της CIA, ο οποίος αργότερα έγινε ο 41ος πρόεδρος των ΗΠΑ (1989-1993).

Τo 1976 δημιουργήθηκε ένας συνασπισμός υπηρεσιών Πληροφοριών που ονομάστηκε «Λέσχη Σαφάρι» (Safari Club). Αυτός ο συνασπισμός εξελίχθηκε σε ένα πολύ μυστικό σύστημα συντονισμού υπηρεσιών Πληροφοριών, που διήρκεσε για δεκαετίες. Δημιουργήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία η CIA αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, διότι ήταν αντικείμενο ερευνών σχετικά με το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, και επίσης το αμερικανικό Κογκρέσο ερευνούσε μυστικές δραστηριότητες της CIA, η οποία γι’ αυτό επέλεξε να δράσει με ακόμη μεγαλύτερη μυστικότητα.

Το 2002, ο αρχηγός των Υπηρεσιών Πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Τούρκι μπιν Φεϊζάλ (Turki bin Faisal) έκανε μια ομιλία, στην οποία είπε ότι, ανταποκρινόμενη στην ανάγκη της CIA για μεγαλύτερη μυστικότητα, «μια ομάδα χωρών συνασπίστηκε με την ελπίδα να καταπολεμήσει τον Κομμουνισμό και ίδρυσε αυτό που ονομάστηκε Λέσχη Σαφάρι. Η Λέσχη Σαφάρι περιελάμβανε τη Γαλλία, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο και το Ιράν (τότε κυβερνούσε ακόμη ο Σάχης στο Ιράν)», όπως επισημαίνεται στο βιβλίο του Πίτερ Ντέιλ Σκοτ (Peter Dale Scott) με τίτλο «Ο Δρόμος προς την 11η Σεπτεμβρίου» (The Road to 9/11), που εξεδόθη από τον Εκδοτικό Οίκο του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας (University of California Press), το 2007. Επίσης, στο ίδιο βιβλίο του Σκοτ διαβάζουμε ότι «η Λέσχη Σαφάρι χρειαζόταν ένα δίκτυο τραπεζών για να χρηματοδοτήσει τις μυστικές επιχειρήσεις της. Με τις επίσημες ευλογίες του Τζορτζ Χ.Γ. Μπους ως αρχηγού της CIA, ο τότε αρχηγός των σαουδαραβικών Υπηρεσιών Πληροφοριών Καμάλ Αντάμ (Kamal Adham) «μετέτρεψε μια μικρή πακιστανική εμπορική τράπεζα, την Bank of Credit and Commerce International (BCCI), σε ένα παγκόσμιο πλυντήριο χρήματος, εξαγοράζοντας τράπεζες ανά τον κόσμο, με σκοπό να δημιουργήσει το μεγαλύτερο μυστικό χρηματοοικονομικό δίκτυο στην ιστορία».

Ως διοικητής της CIA, ο Τζορτζ Χ.Γ. Μπους συνεργάστηκε στενά με τις Υπηρεσίες Πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν του Σάχη. Ειδικότερα, συνεργάστηκε πολύ στενά με τον Καμάλ Αντάμ, αρχηγό των σαουδαραβικών Υπηρεσιών Πληροφοριών, γαμπρό του βασιλιά Φεϊζάλ και πρώτο αρχιτέκτονα του συστήματος της σκοτεινής τράπεζας BCCI. Προηγουμένως, το 1972, ο Καμάλ Αντάμ είχε δράσει ως κανάλι επικοινωνίας μεταξύ του Χένρι Κίσινγκερ και του Αιγύπτιου προέδρου Ανουάρ Σαντάτ (Anwar Sadat). Όπως επισημαίνει ο Σκοτ, στο προαναφερθέν βιβλίο του, το Ιράν, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, το 1976, δημιούργησαν τη Λέσχη Σαφάρι, «για να διεξάγουν μέσω των δικών τους Υπηρεσιών Πληροφοριών επιχειρήσεις που τώρα ήταν δύσκολες για τη CIA». Κύριος οργανωτής της Λέσχης Σαφάρι ήταν ο Αλεξάντρ ντε Μαρενσίς (Alexandre de Marenches), αρχηγός των γαλλικών Υπηρεσιών Πληροφοριών.

 

Η «Ισλαμική Αψίδα»

Όταν ο Τζίμι Κάρτερ (Jimmy Carter) έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ, το 1977, διόρισε πληθώρα μελών του think tank που ονομάζεται Τριμερής Επιτροπή (Trilateral Commission) στην κυβέρνησή του. Το think tank Τριμερής Επιτροπής είχε ιδρυθεί το 1973 από τον διεθνολόγο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι (Zbigniew Brzezinski) και τον επιχειρηματία Ντέιβιντ Ροκφέλερ (και αρχικά θεωρήθηκε ως ένα σχίσμα της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ). Ο Μπρζεζίνσκι είχε κάνει τον Κάρτερ μέλος της Τριμερούς Επιτροπής και έτσι, όταν ο Κάρτερ έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπρζεζίνσκι έγινε σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, ο Σάιρους Βανς (Cyrus Vance), ένα ακόμη μέλος της Τριμερούς Επιτροπής, έγινε υπουργός Εξωτερικών και ο Σάμουελ Χάντινγκτον (Samuel Huntington), επίσης μέλος της Τριμερούς Επιτροπής, έγινε συντονιστής Εθνικής Ασφάλειας και αναπληρωτής του Μπρζεζίνσκι.

Ο Μπρζεζίνσκι και ο Βανς καθόρισαν την πολιτική των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο, εκφράζοντας διαφορετικές απόψεις μεταξύ τους. Ο Βανς υποστήριζε τη γραμμή της χαλάρωσης του ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, ενώ ο Μπρζεζίνσκι πίεζε για την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, με σκοπό την τελική υπεροχή της Ουάσινγκτον επί της Μόσχας.

Το 1978, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Πίτερ Ντέιλ Σκοτ, ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι έκανε μια ομιλία, στην οποία είπε τα εξής: «Μια αψίδα κρίσης εκτείνεται κατά μήκος των ακτών του Ινδικού Ωκεανού, με εύθραυστες κοινωνικές και πολιτικές δομές σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για εμάς να απειλούνται με διάσπαση. Το συνεπακόλουθο πολιτικό χάος θα μπορούσε να γεμίσει με στοιχεία εχθρικά προς τις αξίες μας και συμπαθούντα τους αντιπάλους μας». Σύμφωνα με τις θέσεις που διατύπωσε ο Μπρζεζίνσκι στο περιοδικό «Time», στις 15 Ιανουαρίου 1979, η «αψίδα της κρίσης» εκτείνεται από την Ινδοκίνα έως τη Νότια Αφρική, αν και η κύρια περιοχή στην οποία πρέπει να εστιαστεί η προσοχή των ΗΠΑ είναι «τα έθνη που εκτείνονται κατά μήκος του νότιου υπογάστριου της Σοβιετικής Ένωσης, από την ινδική υποήπειρο έως την Τουρκία και νοτίως έως την Αραβική Χερσόνησο και το Κέρας της Αφρικής».

 Καθώς η ένταση στην περιοχή αυτήν αυξανόταν, ο Μπρζεζίνσκι συνέλαβε και άρθρωσε μεθοδικά το σχέδιο να χρησιμοποιηθούν ισλαμικές δυνάμεις εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Το Θεώρημα Μπρζεζίνσκι ήταν ότι υπήρχε μια αψίδα κρίσης και γι’ αυτό έπρεπε να ανεγερθεί μια ισλαμική αψίδα, για να περιορίσει τους Σοβιετικούς και να τους εμποδίσει να καρπωθούν ωφέλειες από την αψίδα της κρίσης.

Έναν μήνα πριν από την προαναφερθείσα ομιλία του Μπρζεζίνσκι, τον Νοέμβριο του 1978, ο πρόεδρος Κάρτερ όρισε τον Τζορτζ Μπολ (George Ball), ένα ακόμη μέλος της Τριμερούς Επιτροπής, επικεφαλής μιας ειδικής ομάδας εργασίας του Λευκού Οίκου, υπό τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Μπρζεζίνσκι. Ο Μπολ, εναρμονισμένος με το Θεώρημα Μπρζεζίνσκι, εισηγήθηκε στον πρόεδρο Κάρτερ ότι η Ουάσινγκτον θα έπρεπε να αποσύρει τη στήριξή της προς το καθεστώς του Σάχη στο Ιράν και να υποστηρίξει τη φονταμενταλιστική ισλαμική αντιπολίτευση του Αγιατολάχ Χομεϊνί (Ayatollah Khomeini). Επίσης, ο Μπολ πραγματοποίησε μυστική επίσκεψη στο Ιράν.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1978, ο Σάχης αισθανόταν ότι η κυβέρνηση Κάρτερ συνωμοτούσε για να ανατρέψει το καθεστώς του. Όπως έγραψε ο Μανουσέρ Γκάντζι (Manouchehr Ganji), υπουργός της κυβέρνησης Σάχη, στο βιβλίο του «Αψηφώντας την Ιρανική Επανάσταση» (Defying the Iranian Revolution), Εκδ. Greenwood Publishing Group (2002), η βασίλισσα και σύζυγος του Σάχη τού είχε εξομολογηθεί την ανησυχία της ότι οι ΗΠΑ απεργάζονταν την ανατροπή του καθεστώτος του Σάχη. Ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στο Ιράν Ουίλιαμ Σάλιβαν (William Sullivan) είπε στον Ράμσεϊ Κλαρκ (Ramsey Clark) -πρώην γενικό εισαγγελέα των ΗΠΑ επί Προεδρίας Τζόνσον- και στον καθηγητή Ρίτσαρντ Φαλκ (Richard Falk), που τον επισκέφθηκαν στο Ιράν το 1978, ότι η ισλαμική επανάσταση θα πετύχαινε. Στη συνέχεια, ο Κλαρκ και ο Φαλκ μετέβησαν από το Ιράν στο Παρίσι, όπου συναντήθηκαν με τον εξόριστο ιμάμη Χομεϊνί.

Όπως γράφει ο Μανουσέρ Γκάντζι, στο προαναφερθέν βιβλίο του, ο Τζέιμς Μπιλ (James Bill), σύμβουλος του Κάρτερ, είχε την άποψη ότι «ένα θρησκευτικό κίνημα, υποβοηθούμενο από τις ΗΠΑ, θα ήταν ένας εκ φύσεως φίλος των ΗΠΑ». Επίσης, ο Γκάντζι επισημαίνει ότι το βρετανικό BBC μετέδιδε καθημερινά προγράμματα υπέρ του Χομεϊνί στο Ιράν, σαν μια λεπτή μορφή προπαγάνδας, που «επιβεβαίωνε την αντίληψη ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία υποστηρίζουν τον Χομεϊνί».

Στη συνεδρίαση της Ομάδας Μπίλντερμπεργκ (Bilderberg Group) που έλαβε χώρα τον Μάιο του 1979, ο Βρετανός ιστορικός και μέλος της εν λόγω λέσχης Μπέρναρντ Λιούις (Bernard Lewis) εξέθεσε μια αμερικανοβρετανική στρατηγική, η οποία «εγκόλπωνε το ριζοσπαστικό κίνημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας πίσω από τον Χομεϊνί, για να προωθήσει τη βαλκανοποίηση ολόκληρης της μουσουλμανικής Εγγύς Ανατολής», διαιρώντας τη βάση εθνοτικών και θρησκευτικών διαφορών (π.χ., ο Χομεϊνί εξέφραζε τον ριζοσπαστισμό των Σιιτών, ενώ η Μουσουλμανική Αδελφότητα τον ριζοσπαστισμό των Σουνιτών), όπως εξηγεί ο Ουίλιαμ Ένγκνταλ (F. William Engdahl) στο βιβλίο του «Ένας Αιώνας Πολέμου» (A Century of War), Εκδ. Pluto Press (2004). Επίσης, ο Λιούις εισηγήθηκε ότι η Δύση έπρεπε να ενθαρρύνει αυτονομιστικά κινήματα Κούρδων, Αρμενίων, Λιβανέζων Μαρωνιτών, Αιθιόπων Κοπτών, Αζέρων Τούρκων κ.λπ.

 

Τα παιχνίδια για το πετρέλαιο

 

Με την πολιτική των ΗΠΑ το 1979, ουσιαστικά αποκλείστηκε η πρόσβαση του Ιράν στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου

 

Παρότι η Chase Manhattan Bank ήταν ο πρώτος άμεσα ωφελημένος από την πολιτική Κάρτερ για το πάγωμα ιρανικών περιουσιακών στοιχείων μετά την κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ιράν, παίχθηκαν στη συνέχεια -με αφορμή αυτό το γεγονός- τεράστια κερδοσκοπικά παιχνίδια στο πετρέλαιο. Με την πολιτική των ΗΠΑ, το 1979, ουσιαστικά αποκλείστηκε η πρόσβαση του Ιράν στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η απουσία του ιρανικού πετρελαίου από την παγκόσμια αγορά πυροδότησε μεγάλες αυξήσεις στην τιμή του μαύρου χρυσού κατά το χρονικό διάστημα 1979-1981. Επίσης, το 1979, η British Petroleum ακύρωσε σημαντικά συμβόλαια προμήθειας πετρελαίου και το ίδιο έπραξε και η Royal Dutch Shell, οδηγώντας τις τιμές του πετρελαίου ακόμη ψηλότερα.

 Οι χώρες που εξήγαγαν πετρέλαιο πλημμύρισαν με πετροδολάρια, τα οποία κατέθεταν σε δυτικές τράπεζες, που, με τη σειρά τους, τα μετέτρεπαν σε δάνεια προς αναπτυσσόμενες χώρες οι οποίες είχαν ανάγκη χρηματοδοτήσεων, για να αγοράσουν το πολύ ακριβότερο, πλέον, πετρέλαιο. Μετά το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ του 1979, ο τότε πρόεδρος της Fed Πολ Βόλκερ (Paul Volcker) -ο οποίος προηγουμένως είχε εργαστεί στην Chase Manhattan Bank υπό τον Ντέιβιντ Ροκφέλερ- αύξησε τα επιτόκια από 2% που ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε 18% στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τόσο υψηλούς τόκους για τα δάνειά τους και γι’ αυτό εξαπλώθηκε μια σοβαρή πιστωτική κρίση στον Τρίτο Κόσμο, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οπότε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα έσπευσαν να «διασώσουν» αυτές τις χώρες, με «διαρθρωτικά προγράμματα», που εξασφάλιζαν τον δυτικό έλεγχο επί των οικονομιών του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στο μεταξύ, στο Ιράν, που ήταν ο κλειδόλιθος στην «αψίδα της κρίσης», οι ΗΠΑ, με μυστικότητα, βοήθησαν την άνοδο του Χομεϊνί στην εξουσία και αμέσως μετά πυροδότησαν μια σύγκρουση στην περιοχή, δηλαδή τον πόλεμο Ιράν - Ιράκ. Πέντε μήνες προτού το Ιράκ εισβάλει στο Ιράν, τον Απρίλιο του 1980, ο Μπρζεζίνσκι ανοικτά εξέφρασε τη βούληση των ΗΠΑ να συνεργαστούν στενά με το Ιράκ. Δύο μήνες πριν από την εκκίνηση του πολέμου Ιράν - Ιράκ ο Μπρζεζίνσκι συναντήθηκε με τον Ιρακινό ηγέτη Σαντάμ Χουσεΐν (Saddam Hussein) στην Ιορδανία. Έτσι ξεκίνησε μια στρατηγική έντασης στη Μέση Ανατολή, στην οποία έπαιξαν δραστήρια, πέρα από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα μέλη της Λέσχης Σαφάρι, που προαναφέραμε.

 

Η νέα τάξη στο Ιράν και η άνοδος του Χομεϊνί

 

Οι ΗΠΑ, υπό την επιρροή των συμφερόντων του Ντέιβιντ Ροκφέλερ, είχαν κάθε λόγο να επιτείνουν την κοινωνικοπολιτική κρίση στο Ιράν και να επιταχύνουν την άνοδο του Χομεϊνί

 

Πέρα από την πολιτική αποδυνάμωση που υφίστατο το 1978, ο Σάχης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας στα τέλη του 1978 και στις αρχές του 1979. Έτσι, τελικά, ο Σάχης εγκατέλειψε το Ιράν, τον Ιανουάριο του 1979, και μετέβη στις Μπαχάμες, αφήνοντας την επανάσταση να θριαμβεύσει. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι να αναλύσουμε τη σχέση μεταξύ του Σάχη και του Ντέιβιντ Ροκφέλερ.

Ο Τζόζεφ Ριντ (Joseph V. Reed), ο οποίος ήταν ο προσωπικός βοηθός του Ντέιβιντ Ροκφέλερ, είχε οριστεί να διαχειρίζεται τις χρηματοοικονομικές υποθέσεις και τις προσωπικές ανάγκες του Σάχη. Ο Ρόμπερτ Αρμάο (Robert Armao), που εργαζόταν για τον αντιπρόεδρο Νέλσον Ροκφέλερ, δρούσε και ως σύμβουλος Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων του Σάχη. Ο Μπέντζαμιν Κιν (Benjamin H. Kean), επί μακρόν προσωπικός συνεργάτης και ιατρός του προέδρου της Chase Manhattan Bank Ντέιβιντ Ροκφέλερ, στάλθηκε στο Μεξικό, όταν βρισκόταν εκεί ο Σάχης, και τον συμβούλευσε να ακολουθήσει θεραπεία σε αμερικανικό νοσοκομείο.

Τα συμφέροντα των Ροκφέλερ είχαν επηρεάσει σημαντικά την πολιτική των ΗΠΑ στο Ιράν από την εποχή του υποστηριζόμενου από τη CIA πραξικοπήματος του 1953. Η Chase Manhattan Bank, της οποίας, όπως προαναφέραμε, πρόεδρος ήταν ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ, είχε πολύ ισχυρά συμφέροντα στο Ιράν. Ο Σάχης είχε διατάξει όλοι οι κύριοι λειτουργικοί λογαριασμοί της κυβέρνησής του να τηρούνται στην Chase Manhattan Bank και ακόμη όλες οι πιστωτικές γραμμές για την αγορά πετρελαίου να διεκπεραιώνονται αποκλειστικά μέσω της Chase Manhattan Bank. Επίσης, η Chase Manhattan Bank ήταν ο κύριος διαμεσολαβητής και διαχειριστής σημαντικών δανείων που έλαβε το Ιράν.

Παρότι η κυβέρνηση Κάρτερ είχε υιοθετήσει το Θεώρημα Μπρζεζίνσκι περί αξιοποίησης του ριζοσπαστικού ισλαμικού στοιχείου για τη βαλκανοποίηση της Εγγύς Ανατολής και την άσκηση πιέσεων σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης, ο Μπρζεζίνσκι, ο Κίσινγκερ και άλλοι σημαντικοί παράγοντες της Ουάσινγκτον φρόντισαν ώστε ο Σάχης -ο πρώην εκλεκτός τους στο Ιράν- να βρει ασφαλές καταφύγιο στις ΗΠΑ μετά την αποχώρησή του από την ιρανική κυβέρνηση.

Στο μεταξύ, μετά την αποχώρηση του Σάχη, στο Ιράν σχηματίστηκε μεταβατική κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Μπαζαργκάν (Bazargan), η οποία κατέρρευσε τον Νοέμβριο του 1979, όταν Ιρανοί κατέλαβαν την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη. Ωστόσο αυτή η υπόθεση έχει σημαντικό παρασκήνιο.

Η Chase Manhattan Bank βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, καθώς υπήρχαν πλέον δισεκατομμύρια δολάρια επισφαλών δανείων που είχαν χορηγηθεί στο Ιράν μέσω της Chase Manhattan Bank και μάλιστα υπήρχε πιθανότητα ορισμένες από αυτές τις δανειακές συμβάσεις να κρίνονταν αντισυνταγματικές από τη νέα, μεταβατική κυβέρνηση. Επίσης, η μεταβατική κυβέρνηση του Μπαζαργκάν εξέταζε το σενάριο να διαπραγματευθεί το ιρανικό πετρέλαιο αυτόνομα από τους δυτικούς πάτρωνες του Ιράν. Έτσι, οι ΗΠΑ, υπό την επιρροή των συμφερόντων του Ντέιβιντ Ροκφέλερ και του Θεωρήματος του Μπρζεζίνσκι, είχαν κάθε λόγο να επιτείνουν την κοινωνικοπολιτική κρίση στο Ιράν και να επιταχύνουν την άνοδο του Χομεϊνί.

Η κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Τεχεράνη από Ιρανούς έδωσε την ευκαιρία και τη δικαιολογία στον πρόεδρο Κάρτερ να «παγώσει» ιρανικά χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και έτσι να προστατευθεί η Chase Manhattan Bank, όπως ευθέως παραδέχεται και γράφει ο ίδιος ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ στα «Απομνημονεύματά» του. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ προσέφεραν ασφαλές καταφύγιο στον έκπτωτο Σάχη ερέθισε τους Ιρανούς αντικαθεστωτικούς και πυροδότησε κοινωνικές αναταραχές στο Ιράν, που κατέληξαν στην κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Τεχεράνη, δίνοντας έτσι στον πρόεδρο Κάρτερ την ευκαιρία να παγώσει ιρανικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό.