Οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες προειδοποιούν με δεύτερο κύμα παγκόσμιας κρίσης το 2013

Προετοιμάζεται η Αμερική

    Οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για τη διαχείριση ενός νέου κύματος παγκόσμιας συστημικής κρίσης, για έναν νομισματικό πόλεμο μεταξύ δολαρίου, ευρώ και γουάν, καθώς και για επίταση του γεωπολιτικού και γεωοικονομικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ με τη Ρωσία και την Κίνα.

 

    Ο στρατηγός Βάλερι Γκερασίμοφ (Valery Gerasimov), αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων, ανακοίνωσε πρόσφατα μεγάλο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της ρωσικής εθνικής άμυνας και προειδοποίησε για την αυξημένη πιθανότητα έκρηξης περιφερειακών συγκρούσεων και παρατεταμένων πολέμων με αντικείμενο τις πρώτες ύλες.

    Στον Ειρηνικό, ενώ και οι ΗΠΑ και η Κίνα ανησυχούν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας, το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, εξέδωσε μια αυστηρή ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία η Κίνα δεν προτίθεται να γίνει ο «αναπληρωτής σερίφης» των ΗΠΑ στην περιοχή. Παράλληλα, κατηγόρησε την Αμερική ότι η πολιτική της εναντίον της Βόρειας Κορέας εξώθησε αυτήν τη χώρα να επιδιώξει την ανάπτυξη πυρηνικής αποτρεπτικής ικανότητας.

    Επιπλέον, το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν παραμένει ανοικτό. Μάλιστα η Χεζμπολάχ -είτε από δική της πρωτοβουλία είτε χειραγωγούμενη από παράγοντες που θα θελήσουν να πυροδοτήσουν έναν πόλεμο στο Ιράν- μπορεί να αρχίσει έναν νέο μεγάλο κύκλο «σιιτικής τρομοκρατίας».

 

«Πιστωτικό Σουπερνόβα» και επερχόμενο χάος

 

Η Ευρώπη επιστρέφει σε πολιτικές επιθετικού εθνικισμού και ιμπεριαλισμού, καθώς τα ρήγματα μεταξύ των κύριων ευρωπαϊκών παικτών διευρύνονται και κυριαρχούν αρχές ατομικής και όχι συλλογικής δράσης

 

Από πολλές πλευρές εκφράζονται έντονες ανησυχίες για την επέλευση ενός νέου μεγάλου κύματος παγκόσμιας συστημικής κρίσης στο δεύτερο εξάμηνο του 2013, έπειτα από την εκκίνηση αυτού του φαινομένου, το 2008. Κατ’ αρχάς, με τη γνωστή του σκληρή και ριζοσπαστική γλώσσα ο Λίντον Λαρούς (Lyndon Larouche) -επικεφαλής του πολιτικού και πολιτιστικού κινήματος «LaRouchePAC» και άσπονδος αντίπαλος του προέδρου Ομπάμα- προειδοποίησε, στις 16 Φεβρουαρίου 2013, ότι η παρεμπόδιση ή η επιβράδυνση της διαδικασίας μεταρρύθμισης του τραπεζικού συστήματος, στο πνεύμα του Νόμου Glass-Steagall (περί διάκρισης μεταξύ εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής), «θα προκαλούσε μια γενική κρίση κατάρρευσης ολόκληρου του ατλαντικού συστήματος». Και πρόσθεσε πως η υπερπληθωριστική πολιτική διασώσεων «βρίσκεται πλέον εκτός ελέγχου. Αν λάβετε υπόψη τους ρυθμούς αύξησης του υπερπληθωρισμού, υπό αυτήν τη διαδικασία, η οποία δεν ανακόπτεται, ολόκληρο το σύστημα πρόκειται να εκραγεί. Βρισκόμαστε πλέον σε μια κατάσταση η οποία μοιάζει πολύ με τον υπερπληθωρισμό της Βαϊμάρης, στην τελική του φάση, όταν ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε».

    Όμως και ο λόγος των τεχνοκρατών και των μεγάλων διεθνών χρηματοοικονομικών παραγόντων δεν είναι καθόλου αισιόδοξος. Ο Μπιλ Γκρος (Bill Gross), γενικός διευθυντής του χρηματοοικονομικού κολοσσού PIMCO (πρόκειται για τον μεγαλύτερο έμπορο ομολόγων παγκοσμίως), στο ενημερωτικό δελτίο που εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 2013, έγραψε, κατά λέξη, ότι «πιστωτικό Σουπερνόβα» (credit supernova) απειλεί την παγκόσμια οικονομία και επιβεβαίωσε, με τον δικό του τρόπο, τις προαναφερθείσες ανησυχίες του Λαρούς. Συγκεκριμένα ο Μπιλ Γκρος επιβεβαίωσε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα υπερπληθωρισμού λόγω της πολιτικής διασώσεων, σε διαστάσεις εξαιρετικά ανησυχητικές: «Στη δεκαετία του 1980 χρειάζονταν 4 δολάρια νέων πιστώσεων για να γεννηθεί 1 δολάριο καθαρού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας έχουν χρειαστεί 10 δολάρια και, από το 2006 και μετά, 20 δολάρια για να παραχθεί το ίδιο αποτέλεσμα».

    Ο Γκρος ορθώς έγραψε ότι «οι βασιζόμενες στην πίστωση χρηματοοικονομικές αγορές μας και η οικονομία που στηρίζεται σε αυτήν (την πίστωση) είναι μοχλευμένες, εύθραυστες και χαρακτηρίζονται από αυξανόμενη εντροπία», δηλαδή επίκειται, με πολύ μεγάλη πιθανότητα, χάος. Μάλιστα, ο Γκρος περιέγραψε αυτήν την κατάσταση ως «ένα τέρας που απαιτεί ατελεύτητα αυξανόμενα ποσά καυσίμου, ένα αστέρι Σουπερνόβα που επεκτείνεται και επεκτείνεται, αλλά, κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, αρχίζει να κατατρώγει τον εαυτό του». Έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενα άρθρα μας σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας την καταστροφική και αυτοκαταστροφική δομή του σημερινού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

    Όταν ο υπερπληθωρισμός εκτοξευθεί, όπως, για παράδειγμα, συνέβη στη Γερμανία το 1923, τότε, σε εκείνο το στάδιο, ανακόπτεται βιαίως το πρόγραμμα διάσωσης, ακυρώνεται το χρήμα και εισάγεται μια μικρότερη ποσότητα νέου χρήματος το οποίο κατανέμεται στους λίγους προνομιούχους, ενώ οι πολλοί στέλνονται στην οικονομική κόλαση, προειδοποιεί ο Λίντον Λαρούς.

    Υπό αυτά τα δεδομένα και υπό αυτές τις προοπτικές, σημαντικοί παράγοντες της χρηματοοικονομικής ολιγαρχίας εξαρτούν πλέον όλο και περισσότερο την εύθραυστη δύναμή τους από σενάρια πολέμου και δικτατοριών.

 

Ανταγωνισμοί στην Ε.Ε.

    Για να κατανοήσουμε τη σημερινή πολιτική των Παρισίων πρέπει να αρχίσουμε από τη διαπίστωση ότι στην Ευρώπη σήμερα φουντώνουν ο εθνικισμός και ο ιμπεριαλισμός και άρα, βαθαίνουν τα ρήγματα και οι εθνικοί ανταγωνισμοί μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγχρόνως, ασκούνται σημαντικές πιέσεις στις κοινωνίες από τη χρηματοοικονομική ελίτ που έχει μια δική της διεθνιστική ατζέντα.

    Η Γαλλία αρχίζει να κάνει εμφανή τη δική της εθνική ατζέντα, ιδίως από το 2011 και μετά, καθότι το 2011 η Γαλλία αναδείχθηκε ως μια ηγέτιδα δύναμη στη στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη για την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι. Έκτοτε, το Παρίσι ακολουθεί μια δική του πολιτική στη Βόρεια Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, η γαλλική εθνική πολιτική στη Βόρεια Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο έχει αυτονομηθεί και ενισχυθεί τόσο πολύ ώστε δεν λαμβάνει υπόψη καν συμφέροντα συμμάχων στο ΝΑΤΟ, όπως, για παράδειγμα, τα συμφέροντα της Ιταλίας.

    Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έχει επισημάνει ότι ο σκοπός της Γαλλίας ήταν να θέσει υπό τον έλεγχό της τους υδρογονάνθρακες της Λιβύης και να βγάλει από τη μέση τους ανταγωνιστές της στη Λιβύη. Στην πραγματικότητα η Γαλλία απαρνήθηκε την πορεία που η ίδια είχε χαράξει πολύ καιρό πριν, τότε που καλούσε τους Ευρωπαίους εταίρους της να συνδιαμορφώσουν μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για την περιφερειακή σταθερότητα και ανάπτυξη. Σήμερα η Γαλλία ακολουθεί αυτόνομη, γαλλοκεντρική πολιτική. Η έννοια της ευρωμεσογειακής συνεργασίας, με την Ιταλία και την Ισπανία, καταρρέει σταδιακά. Φαίνεται ότι η γαλλική ελίτ, την ώρα του γαλλικού θριάμβου στη Λιβύη, αποφάσισε να ακολουθήσει μια δική της πολιτική μεγάλης δύναμης.

    Η Γαλλία δεν έχει, πλέον, καμιά σχέση με τη ρητορική περί ενώσεως του ευρωπαϊκού Νότου. Το Παρίσι βλέπει τον ευρωπαϊκό Νότο μόνο ως ανταγωνιστές (ειδικά στην περίπτωση της Ιταλίας και της Ισπανίας) ή ως σφαίρα γαλλικής επιρροής σε συνάρτηση με τη γαλλική σφαίρα επιρροής στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου (Βόρεια Αφρική – Μέση Ανατολή).

    Εδώ αξίζει να κάνουμε μια ιστορική παρένθεση. Στη δεκαετία του 1960 η μητροπολιτική Γαλλία σύναψε μια σειρά συμφωνιών με 14 αφρικανικά κράτη που ήταν πρώην αποικίες της και έτσι τα διατήρησε στη λεγόμενη νομισματική ζώνη του γαλλικού φράγκου. Επίσης η χώρα διατήρησε προνομιακούς δεσμούς με αυτά τα κράτη, ακόμη και μετά την είσοδό της στην Ευρωζώνη. Επιπλέον, βάσει εκείνων των συμφωνιών, η Γαλλία διατήρησε το δικαίωμα να επεμβαίνει στρατιωτικά χάριν της εσωτερικής σταθερότητας και της προστασίας Ευρωπαίων κατοίκων στη Σενεγάλη, στη Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής, στο Τσαντ, στην Ακτή Ελεφαντοστού, στην Γκαμπόν και στο Καμερούν.

 

Συμβόλαια πετρελαίου

    Βεβαίως η γαλλική κυβέρνηση σπεύδει πάντοτε να επισημάνει ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις της -όπως εκείνες στη Λιβύη και στο Μάλι- δεν εμφορούνται από ιδιοτελή κίνητρα, αλλά αποσκοπούν στην αποκατάσταση της τάξης και στην υποβοήθηση φιλικών εθνών. Ωστόσο, στη Λιβύη, έπειτα από την πτώση του Καντάφι, η Γαλλία σύναψε πολλά συμβόλαια πετρελαίου και φυσικού αερίου και επιπλέον περιόρισε πολύ τα ιταλικά συμφέροντα σε αυτήν την πλούσια σε πρώτες ύλες χώρα. Επίσης, στο Μάλι, η στρατιωτική επέμβαση της Γαλλίας τής αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη. Το Μάλι είναι η τρίτη μεγαλύτερη αφρικανική χώρα ως προς την παραγωγή χρυσού και ακόμη έχει σημαντικά κοιτάσματα ουρανίου. Ήδη, η εταιρείαAreva -αυτός ο γαλλικός γίγαντας πυρηνικής ενέργειας- έχει αρχίσει να εκμεταλλεύεται κοιτάσματα ουρανίου στην περιοχή της Σαράγια (Saraya), στο Μάλι, κοντά στα σύνορα με τη Σενεγάλη.

Γερμανικά συμφέροντα ακόμη και με πόλεμο

Σήμερα στη Γερμανία οι ίδιοι κύκλοι που χρηματοδότησαν τον Χίτλερ κτυπούν και πάλι τύμπανα πολέμου

Ενώπιον της υφιστάμενης κρίσης, και εν όψει της ακόμη χειρότερης εμπειρίας που έρχεται, η Ευρώπη επιστρέφει -σταδιακά, διακριτικά πλην σαφώς- σε πολιτικές επιθετικού εθνικισμού και ιμπεριαλισμού, καθώς τα ρήγματα μεταξύ των κύριων ευρωπαϊκών παικτών διευρύνονται και κυριαρχούν αρχές ατομικής και όχι συλλογικής δράσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Γερμανία και η Γαλλία, οι οποίες αγωνίζονται πλέον -με ιμπεριαλιστική ατζέντα- για την οικοδόμηση ιδιαίτερων σφαιρών επιρροής.

    Κατ’ αρχάς, η Γερμανία έχει εξασφαλίσει για τον εαυτό της κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής της Ευρωζώνης. Πέρα από αυτό, όμως, η Γερμανία κάνει έντονες προετοιμασίες για να διεξάγει νέες εκστρατείες με σκοπό τη διασφάλιση πρώτων υλών. Αυτό ήταν το νόημα πρόσφατου άρθρου που δημοσιεύθηκε στη γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt», στις 18 Φεβρουαρίου 2013, υπό τον τίτλο «Εκστρατεία Πρώτες Ύλες: Η Νέα Πορεία της Γερμανίας».

   Όπως στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα -όταν έπαιξε δύο φορές κεντρικό ρόλο στην πυροδότηση παγκοσμίου πολέμου- έτσι και σήμερα η Γερμανία επιχειρεί να επιβάλει τα ιμπεριαλιστικά της συμφέροντα ακόμη και με τον πόλεμο. «Τα προηγούμενα πολιτικά μέτρα για την εξασφάλιση πρώτων υλών πλησιάζουν στα όριά τους», έγραψε η «Handelsblatt». Η εξάρτηση από τις πρώτες ύλες είναι η αχίλλειος πτέρνα της γερμανικής οικονομίας, και μάλιστα η ίδια εφημερίδα γράφει τα εξής: «Η βιομηχανία μαστίζεται από τον φόβο ότι ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας στη Γερμανία θα μπορούσε να αποκοπεί από αναγκαίες προμήθειες».

   Εξ ου και σήμερα στη Γερμανία οι ίδιοι κύκλοι που χρηματοδότησαν τον Χίτλερ κτυπούν και πάλι τύμπανα πολέμου. Στο προαναφερθέν άρθρο της «Handelsblatt» αναφέρονται σχετικές δηλώσεις του Ντιρκ Πάσκερτ (Dierk Paskert), ο οποίος είναι ο διευθυντής της επιχειρηματικής συμμαχίας Allianz zur Rohstoffsicherung, η οποία ιδρύθηκε το 2011. Τα μέλη αυτής της επιχειρηματικής συμμαχίας περιλαμβάνουν τις εταιρείες Volkswagen, ThyssenKrupp, Bayer και BASF, οι οποίες -οι ίδιες ή οι πρόγονοί τους- υπήρξαν χρηματοδότες του ναζισμού. Σήμερα αυτές οι εταιρείες συνεργάζονται στενά με τη γερμανική κυβέρνηση για να σχεδιάσουν το πώς το Βερολίνο θα εξασφαλίσει πρόσβαση σε κρίσιμης σημασίας πρώτες ύλες ανά την υδρόγειο, ακόμη και με τη βία.

    Η πείνα της γερμανικής εξαγωγικής οικονομίας για πρώτες ύλες είναι πελώρια. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Handelsblatt» η Γερμανία σχεδόν τριπλασίασε τις εισαγωγές πρώτων υλών μέσα στην τελευταία δεκαετία. «Η μάχη για τις πρώτες ύλες αφορά στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, αλλά επίσης και τα μέταλλα», επισημαίνει η εφημερίδα και διευκρινίζει ποια μέταλλα έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη Γερμανία: λίθιο, κοβάλτιο, χρώμιο, ίνδιο και σπάνιες γαίες.

    Ο Ντιρκ Πάσκερτ παραδέχεται ότι η γερμανική καπιταλιστική ελίτ έχει τη βούληση να μεταχειριστεί ακόμη και τον πόλεμο για να εξασφαλίσει πρώτες ύλες έναντι των ανταγωνιστών της. Συγκεκριμένα, όταν η «Handelsblatt» ρώτησε τον Πάσκερτ αν θα ξαναζήσουμε πάλι πολέμους για την κυριαρχία επάνω σε πηγές πρώτων υλών, εκείνος απάντησε τα εξής: «Η ιστορία δείχνει πως πολλές συγκρούσεις έχουν τη ρίζα τους στη μάχη για τις πρώτες ύλες… Η προμήθεια πρώτων υλών είναι η βάση της αξίας και του πλούτου μιας χώρας και συνεπώς έχει γεωπολιτική σημασία. Η παρουσία των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο ή η μαζική επέκταση των κινεζικών ναυτικών δυνάμεων αποσκοπεί επίσης στο να προστατεύσει τέτοια συμφέροντα». Η «Handelsblatt» διαβεβαιώνει τους αναγνώστες της ότι αυτές οι απόψεις έχουν ισχυρά ερείσματα στους γερμανικούς πολιτικούς κύκλους και ότι «ο έλεγχος των πρώτων υλών» είναι «στρατηγικό ζήτημα για την εξωτερική πολιτική».

Η ανάγκη ελληνικής στρατηγικής

   Η σημερινή κυβέρνηση της Ελλάδας -καθώς είναι κυρίως δέσμια του ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών (ιδίως του γερμανικού) και των τραπεζιτών- παραπληροφορεί μεθοδικά την ελληνική κοινωνία, αντί να αναπτύσσει και να εφαρμόζει μια στρατηγική προστασίας και ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας. Οι κίνδυνοι επέλευσης ενός νέου κύματος παγκόσμιας συστημικής κρίσης, πολέμων και τρομοκρατίας μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2013 είναι πολύ σοβαροί. Η απουσία εθνικής στρατηγικής -ειδικά μέσα σε αυτές τις συνθήκες- και η εμπιστοσύνη στην ευρωζωνική αλληλεγγύη είναι άκρως επικίνδυνα λάθη.