Χίλιες και μία… τούρκικες νύχτες στη Βαγδάτη

Η πολιτική Ερντογάν στο Ιράκ και οι διπλωματικοί χειρισμοί του στο κουρδικό ζήτημα

Ο Ιρακινός πρωθυπουργός έχει ευθέως κατηγορήσει την Άγκυρα ότι έχει συνάψει μυστική συμφωνία με το Κουρδιστάν για τον διαμελισμό του Ιράκ

 

Η διαδικασία καθορισμού της περιφερειακής αυτονομίας του ιρακινού Κουρδιστάν (η οποία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Δύση, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και σε συνεννόηση με την Τουρκία, επέβαλε «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» πάνω από το Ιράκ μετά τον πόλεμο στον Κόλπο) έχει οδηγήσει –όπως είναι λογικό– στη δημιουργία μιας de facto ανεξάρτητης κουρδικής πολιτικής οντότητας.

  Όμως το εθνικό ζήτημα των Κούρδων δεν είναι απλά ιρακινή υπόθεση, εφόσον μόνο 4 με 5 εκατομμύρια Κούρδοι ζουν μέσα στα σημερινά σύνορα του Ιράκ από έναν συνολικό κουρδικό πληθυσμό περίπου 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, οι περισσότεροι των οποίων ζουν σε νοτιοανατολικές και ανατολικές περιοχές της Ανατολίας, καθώς επίσης και στο Ιράν και στη Συρία.

  Πέρα από την ανάδυση ενός Κουρδιστάν στο Βόρειο Ιράκ, ακόμη ένας παράγοντας που απειλεί την ενότητα του Ιράκ είναι ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, επειδή αρχίζει να αλλάζει η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των σουνιτών και των σιιτών. Ο Πάτρικ Κόκμπουρν (Patrick Cockburn), συγγραφέας και επί μακρόν παρατηρητής της ιρακινής πολιτικής, έγραψε πρόσφατα στη βρετανική εφημερίδα «Independent» ότι η σουνιτική μειονότητα στο Ιράκ –η οποία έχει χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής της στη Βαγδάτη και εξαγριώνεται όλο και περισσότερο για τις διακρίσεις που συμβαίνουν σε βάρος της από την εχθρική ιρακινή κυβέρνηση– «έχει ισχυροποιηθεί από την εξέγερση των Σύρων σουνιτών καθώς και από την αυξανόμενη αίσθηση ότι το πολιτικό κύμα στη Μέση Ανατολή γυρνά εναντίον των σιιτών και υπέρ των σουνιτών».

  Όμως ούτε η σιιτική θρησκευτική Αρχή στη Ναζάφ –γνωστή ως Μαρτζίγια– ούτε ο εθνικιστής θρησκευτικός ηγέτης Μουκτάντα αλ-Σαντρ (Muqtada al-Sadr) θέλουν να ακολουθήσουν μια σεκταριστική πολιτική στο Ιράκ διά της επίκλησης της σιιτικής ενότητας. Παραδόξως οι σιίτες του Νότιου Ιράκ έχουν μεταβληθεί σε συνιστώσα του ιρακινού εθνικισμού και σηκώνουν τη σημαία της εθνικής ενότητας. Παρομοίως και η σουνιτική κοινότητα του Ιράκ είναι, ως επί το πλείστον, ενωμένη.

  Η κυριαρχούμενη από το σιιτικό στοιχείο κυβέρνηση της Βαγδάτης ισχυρίζεται ότι οι διαδηλώσεις των σουνιτών είναι ενορχηστρωμένες από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και την Τουρκία. Παρότι μπορεί να είναι είναι βάσιμοι αυτοί οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης της Βαγδάτης, είναι γεγονός ότι η πικρία των Ιρακινών σουνιτών για τις εις βάρος τους διακρίσεις είναι μεγάλη. Γι’ αυτό, όπως επισημαίνει ο Πάτρικ Κόκμπουρν, η κυβέρνηση της Βαγδάτης, υπό τον πρωθυπουργό Νούρι αλ-Μαλίκι (Nouri al-Maliki), «έχει στρατιωτική υπεροχή αλλά όχι κυριαρχία στο Ιράκ, έχοντας τον πλήρη έλεγχο μόνο στο μισό περίπου της χώρας. Δεν έχει εξουσία στις τρεις επαρχίες της περιφερειακής κυβέρνησης του Κουρδιστάν ούτε στα ελεγχόμενα από τους Κούρδους διαφιλονικούμενα εδάφη προς τον Νότο. Η εξουσία της αμφισβητείται στις επαρχίες και τις πόλεις στο Δυτικό και στο Κεντρικό Ιράκ όπου πλειοψηφούν οι σουνίτες».

  Ένας ακόμη σημαντικός παίκτης στο Ιράκ είναι οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Οι διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες μεταναστεύουν από το Νότιο Ιράκ προς περιοχές του Βόρειου Κουρδιστάν, παρά την έντονη αντίθεση της Βαγδάτης στην άμεση ανάμειξη ξένων παραγόντων στις υποθέσεις της κουρδικής κυβέρνησης που εδρεύει στην πόλη Ερμπίλ και στην οποία ηγείται ο Μασούντ Μπαρζάνι (Massoud Barzani). Οι πετρελαϊκές εταιρείες ExxonMobil (αμερικανική), Chevron (αμερικανική), British Petroleum (βρετανική), Total (γαλλική) και Gazprom Neft (ρωσική) είναι όλες τους εκεί, καθώς καρπώνονται τις ωφέλειες της οικονομικής ελευθερίας που προσφέρει ο Μπαρζάνι, ο οποίος μοιράζει δικαιώματα εκμετάλλευσης των αξιόλογων πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Κουρδιστάν.

  Η νέα μεγάλη ανερχόμενη δύναμη, όμως, στην Ερμπίλ είναι η Τουρκία. Η κυβέρνηση της Άγκυρας και η κουρδική κυβέρνηση της Ερμπίλ οδεύουν προς την οριστικοποίηση της κατασκευής νέων αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από το Κουρδιστάν προς τουρκικούς εξαγωγικούς τερματικούς σταθμούς στη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας το δίκτυο του κρατικού αγωγού της Βαγδάτης στην Τουρκία. Η Τουρκία έχει σοβαρή στρατηγική στην περιοχή, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που έχει αποδυναμωθεί στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής, εκπίπτει σε δορυφόρο σουνιτικών δυνάμεων και, ειδικά ως προς το κουρδικό ζήτημα, βαρύνεται με την γκάφα της υπόθεσης Οτσαλάν.

 

 

Υπονόμευση

  Η περιφερειακή πολιτική της Τουρκίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη σύγκρουση σουνιτών-σιιτών, η οποία υποδαυλίζεται από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό η Τουρκία ανοικτά υποστηρίζει τα αιτήματα και τις φιλοδοξίες των σουνιτών του Ιράκ, οι οποίοι αντιδρούν στην ενίσχυση του σιιτικού παράγοντα στη χώρα. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ερμηνευθεί και η άρνηση της Άγκυρας να εκδώσει στο Ιράκ τον Ταρέκ αλ-Χασεμί (Tariq al-Hashemi), πρώην αντιπρόεδρο του Ιράκ, ο οποίος καταδικάστηκε ερήμην το 2012 σε θάνατο επειδή κρίθηκε ένοχος για τη συγκρότηση και διοίκηση ταγμάτων θανάτου. Ο Ιρακινός πρωθυπουργός αλ-Μαλίκι έχει ευθέως κατηγορήσει την Άγκυρα ότι έχει συνάψει μυστική συμφωνία με το Κουρδιστάν για τον διαμελισμό του Ιράκ.

  Επίσης το Ιράκ έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ της Τουρκίας και του Ιράν. Την Τρίτη της προηγούμενης εβδομάδας το ιρακινό Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε πρόταση της Τεχεράνης για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου μήκους 1.500 χιλιομέτρων που θα συνδέει τα γιγαντιαία ιρανικά κοιτάσματα του Νότιου Παρς με τη Συρία και άλλες αγορές μέσω του Ιράκ. Η Άγκυρα αντιτίθεται στον άξονα Βαγδάτης-Τεχεράνης.

  Κατά συνέπεια η Άγκυρα εκτιμά ότι έχει να κερδίσει από την αποδυνάμωση της Βαγδάτης και υπονομεύει την κυβέρνηση της Βαγδάτης μεθοδικά. Η Βαγδάτη προσπαθεί να ανταποδώσει τα χτυπήματα στην Τουρκία αποκλείοντας την τουρκική εταιρεία TPAO από μια σημαντική συμφωνία πετρελαϊκών ερευνών στο Νότιο Ιράκ. Επίσης ο ελεγχόμενος από τη Βαγδάτη αγωγός προς την Τουρκία λειτουργεί σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από την ικανότητά του, που φθάνει τα 70 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Όμως η Τουρκία ούτε αλλάζει τη στρατηγική της ούτε παύει να υπονομεύει τη Βαγδάτη και τον άξονα Βαγδάτης-Τεχεράνης.

 

Οι ΗΠΑ έχουν κρατήσει αποστάσεις από τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να εντάξει το Κουρδιστάν στην τουρκική σφαίρα επιρροής. Αυτό κατέστη σαφές από μια πρόσφατη δημόσια προειδοποίηση που απηύθυνε προς την Άγκυρα ο Αμερικανός πρέσβης Φράνσις Ρικιαρντόνε (Francis Ricciardone), ο οποίος τράβηξε κόκκινη γραμμή στις σχέσεις Τουρκίας-Κουρδιστάν. Είπε, μεταξύ άλλων, ο Ρικιαρντόνε: «Η Τουρκία και το Ιράκ δεν έχουν άλλη επιλογή από το να επιδιώξουν ισχυρούς δεσμούς εάν θέλουν να βελτιστοποιήσουν τη χρήση των ιρακινών πρώτων υλών και να τις εξάγουν μέσω της Τουρκίας. Εάν η Τουρκία και το Ιράκ αποτύχουν στο να βελτιστοποιήσουν τους οικονομικούς δεσμούς τους, η αποτυχία θα είναι χειρότερη από αυτό. Θα μπορούσε να προκύψει μια βιαιότερη σύγκρουση στο Ιράκ και η αποσύνθεση του Ιράκ θα μπορούσε (να ενισχυθεί)». Και πρόσθεσε ο Ρικιαρντόνε: «Αυτό δεν θα ήταν καλό για την Τουρκία, για τις ΗΠΑ, ούτε για κανέναν στην περιοχή».

  Εξαιτίας μιας μακράς ιστορίας βίας στην περιοχή το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ του ηγέτη του Κουρδιστάν Μπαρζάνι και της Άγκυρας δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως. Επίσης ο Μπαρζάνι αγωνίζεται να διατηρήσει την εξουσία του και να υπηρετήσει τα συμφέροντά του, καθώς νέες πολιτικές δυνάμεις αναδύονται μέσα στο Κουρδιστάν, οι οποίες αμφισβητούν την εξουσία και τα προνόμια του Μπαρζάνι και της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου οι δεσμοί του Μπαρζάνι με την Τουρκία δεν θα είναι ανέφελοι, ούτε εύκολοι. Επιπλέον η πρόσφατη ασθένεια του Ιρακινού προέδρου Τζαλάλ Ταλαμπανί (Jalal Talabani) είναι πρόβλημα για την προώθηση της ενότητας μεταξύ του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (Kurdish Democratic Party, KDP) και της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν (Patriotic Union of Kurdistan, PUK), ο δε ανταγωνισμός μεταξύ της Τουρκίας και του Ιράν μπορεί να περιπλέξει ακόμη περισσότερο το κουρδικό ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι οι εσωτερικές έριδες μεταξύ των Κούρδων θα αυξηθούν και θα ενταθούν.

 

Ενδοιασμοί

  Καθώς ο Μπαρζάνι βλέπει ότι ο Μπασάρ αλ-Άσαντ (Bashar al-Assad) παραμένει στην εξουσία και ότι οι προβλέψεις του Ερντογάν για γρήγορη αλλαγή καθεστώτος στη Συρία δεν επιβεβαιώνονται και ότι η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα (Barack Obama) διστάζει να επέμβει στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή παρά τω πλευρώ των Σύρων αντικαθεστωτικών, ίσως, δεδομένων και όλων των προαναφερθέντων μεταβλητών, αρχίσει να σκέπτεται ότι δεν συμφέρει να βάλει «όλα τα αυγά στο ίδιο (τουρκικό) καλάθι».

  Σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή, αυτή πρέπει να παρακολουθεί, να αξιολογεί και να χειρίζεται ανάλογα τα δεδομένα στις σχέσεις Άγκυρας-Κουρδιστάν, στον άξονα Βαγδάτης-Ιράν, στα τρίγωνα Ρωσία-Ιράκ-Ιράν και ΗΠΑ-Ιράκ-Ιράν, καθώς και στην ενεργειακή εξάρτηση της Κίνας από τη Μέση Ανατολή.

 

Η στρατηγική της Άγκυρας στο Κουρδιστάν

 

Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το Κουρδιστάν θα αντικαταστήσει τη Γερμανία στη θέση τού υπ’ αριθμόν ένα εμπορικού εταίρου της Τουρκίας

 

  Η Τουρκία, που είναι ένας μεγάλος εισαγωγέας ενέργειας, προσδοκά να μειώσει την ενεργειακή εξάρτησή της από τη Ρωσία και το Ιράν, εκμεταλλευόμενη τα μεγάλα ενεργειακά κοιτάσματα του Κουρδιστάν, και συγχρόνως προβάλλεται ως ενεργειακός κόμβος, συνδέοντας τις χώρες της Μέσης Ανατολής που παράγουν ενέργεια με τις ευρωπαϊκές αγορές. Το 2011 η Τουρκία ικανοποίησε τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο κατά 60% μέσω εισαγωγών από το Ιράν και κατά 20% μέσω εισαγωγών από τη Ρωσία. Επίσης, σύμφωνα με υπολογισμούς της αμερικανικής Αρχής Πληροφοριών για την Ενέργεια (United States Energy Information Administration), η Τουρκία εισάγει περίπου το μισό του αργού πετρελαίου που χρειάζεται από το Ιράν. Η κυβέρνηση της Άγκυρας θεωρεί ότι αυτή η κατάσταση πρέπει να αλλάξει, καθώς επιδεινώνονται οι σχέσεις της και με τη Ρωσία και με το Ιράν. Πέρα από την ωμή ανάμειξη της Τουρκίας στην κρίση στη Συρία, η απόφαση της Άγκυρας να επιτρέψει στα εδάφη της την ανάπτυξη του αντιπυραυλικού αμυντικού συστήματος των ΗΠΑ έχει ενοχλήσει και τη Μόσχα και την Τεχεράνη.

  Σε πολιτικό επίπεδο η Τουρκία προσφέρει μια γεωπολιτική και γεωοικονομική «γραμμή ζωής» στο Κουρδιστάν, το οποίο είναι γεωγραφικά απομονωμένο και του οποίου η οικονομική επιβίωση –ανεξάρτητα από τη Βαγδάτη– εξαρτάται από την πρόσβασή του στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, την οποία του υπόσχεται η Τουρκία. Αλλά, βεβαίως, οι Τούρκοι δεν φημίζονται για την ανιδιοτέλειά τους. Εν προκειμένω οι Τούρκοι προσδοκούν να λάβουν σημαντική πολιτική βοήθεια από τον Κούρδο ηγέτη Μασούντ Μπαρζάνι για να πατάξουν το κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα της Τουρκίας –μαχητές του οποίου βρίσκουν καταφύγιο στο Κουρδιστάν– και να επαναφέρουν τους Κούρδους αυτονομιστές της Τουρκίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

  Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Recep Tayyip Erdogan) κάνει μια νέα προσπάθεια να κερδίσει την υποστήριξη των Κούρδων προς τη συνταγματική μεταρρύθμιση που προωθεί η κυβέρνησή του. Ο Ερντογάν προσφέρει μια μορφή αυτονομίας στις κουρδικές επαρχίες της Τουρκίας, με αντάλλαγμα την υποστήριξη των Κούρδων της Τουρκίας προς την κύρια πολιτική ατζέντα του, που είναι η εγκαθίδρυση ενός συστήματος προεδρικής δημοκρατίας, με τον ίδιο στη θέση ενός αιρετού προέδρου-σουλτάνου.

  Την περασμένη Πέμπτη ο Ερντογάν επέτρεψε σε μια ομάδα φιλοκούρδων πολιτικών να επισκεφθούν τον μαχητικό Κούρδο ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν (Abdullah Ocalan), ο οποίος παραμένει φυλακισμένος στο νησί Ιμραλί κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, υπάρχουν φήμες ότι ο Ερντογάν επιδιώκει μια συμφωνία με τον Οτσαλάν. Συγχρόνως η Άγκυρα προσδοκά ότι ο Μασούντ Μπαρζάνι θα χειραγωγήσει τους Κούρδους της Συρίας ώστε να πιέσουν για «αλλαγή καθεστώτος» στη Δαμασκό.

 

Εμπορικοί δεσμοί

  Πάνω από όλα η Άγκυρα πιστεύει ότι αυτό που καθιστά τον Μπαρζάνι στενό και αδιαμφισβήτητο σύμμαχό της είναι οι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ της Τουρκίας και του Κουρδιστάν. Η Άγκυρα προσφέρει στην Ερμπίλ την προοπτική αυξημένων εσόδων από την εξαγωγή κουρδικού πετρελαίου μέσω της Τουρκίας καθώς επίσης και προσοδοφόρες εμπορικές συμφωνίες και τουρκικές επενδύσεις στο Κουρδιστάν. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το Κουρδιστάν θα αντικαταστήσει τη Γερμανία στη θέση τού υπ’ αριθμόν ένα εμπορικού εταίρου της Τουρκίας. Περισσότερες από χίλιες τουρκικές επιχειρήσεις λειτουργούν ήδη στο Κουρδιστάν. Γι’ αυτό το αρχικό άγχος της Τουρκίας για το ποιες συνέπειες θα είχε για την ίδια η δημιουργία του Κουρδιστάν στο Βόρειο Ιράκ έχει αντικατασταθεί με αισιοδοξία και οικονομικές φιλοδοξίες.