Μέρος δεύτερο: Φάκελος, δημόσια αγαθά και ιδιωτικοποιήσεις

 

Ο γόρδιος δεσμός της κοινωνικής πολιτικής

 

    Με το σημερινό άρθρο μας σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας συνεχίζουμε την έρευνα που αρχίσαμε χθες σχετικά με τα ζητήματα των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης της οικονομίας. Σήμερα θα μας απασχολήσει ένα ζήτημα το οποίο στην Ελλάδα δεν συζητείται σχεδόν ποτέ: η ιδιωτικοποίηση του ίδιου του κράτους πρόνοιας. Έτσι θα δείξουμε ότι η ιδιωτικοποίηση και η οικονομική απελεύθερωση δεν είναι υποχρεωτικά ούτε αναγκαία κακά ούτε ποινές που επιβάλλονται στις κοινωνίες σε περιόδους εφαρμογής προγραμμάτων οικονομικής σταθεροποίησης, αλλά είναι -μπορούν να είναι- τρόποι εξυπηρέτησης του κοινωνικού συμφέροντος και εκδηλώσεις οικονομικού ανθρωπισμού.

     Δυστυχώς, στην Ελλάδα οι ιδιωτικοποιήσεις και η οικονομική ελευθερία αντιμετωπίζονται από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις -στην καλύτερη περίπτωση- ως αναγκαίο κακό και -στη χειρότερη περίπτωση- ακόμη και ως μέγα κοινωνικό δεινό. Η δε, πίστη στην αξία του μοντέλου του κράτους πρόνοιας είναι τυφλή.

 Αποτελεσματικότητα

    Η κοινωνική εμπειρία δεν μας δείχνει μόνο ότι τα υλιστικά προγράμματα δεν επιφέρουν τις επιθυμητές κοινωνικές αλλαγές. Η κοινωνική εμπειρία μάς δείχνει, επίσης, και ποια προγράμματα μπορούν να επιφέρουν τις επιθυμητές κοινωνικές αλλαγές. Πληθώρα ιδιωτικών προγραμμάτων παροχής βοήθειας προς τους έχοντες ανάγκη έχουν εφαρμοστεί στον Δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα, δε, στη Βόρεια Αμερική, όπου υπάρχει μια υψηλή κουλτούρα ατομικής υπευθυνότητας και πρωτοβουλίας. Για παράδειγμα, τέτοια προγράμματα στις ΗΠΑ περιλαμβάνουν οργανισμούς συνδεδεμένους με το John Perkins’s Christian Community Development Association (Σύνδεσμος Ανάπτυξης Χριστιανικών Κοινοτήτων John Perkins), ανεξάρτητα προγράμματα για ουσιοεξαρτημένους, όπως το STEP-13 στο Ντένβερ και το Victory Fellowship στο Σαν Αντόνιο και ιδιωτικά κέντρα στέγασης, όπως το House of Hope στο Σικάγο.

    Οι υπεύθυνοι αυτών των προγραμμάτων έχουν διαπιστώσει ότι η κοινωνική ανέλιξη όσων έχουν ανάγκη αυτών των υπηρεσιών είναι πρωτίστως ζήτημα πνευματικής υφής και όχι υλικής, και γι’ αυτό προϋποθέτει ψυχολογικές και εκπαιδευτικές διεργασίες, όχι απλώς παροχή υλικών πόρων. Συγκεκριμένα, η κοινωνική ανέλιξη όσων έχουν ανάγκη ειδικής κοινωνικής υποστήριξης απαιτεί ένα καλά διαρθρωμένο μείγμα αγάπης, πειθαρχίας, ηθικής υπευθυνοποίησης, καθοδήγησης, ενθάρρυνσης και έμπνευσης. Με άλλα λόγια, εκείνοι οι οποίοι έχουν ανάγκη δεν μπορούν να βοηθηθούν αποτελεσματικά απλώς με την παροχή υλικής βοήθειας προς αυτούς -που είναι το μόνο πράγμα στο οποίο είναι καλές οι κυβερνήσεις- αλλά χρειάζονται γνήσια προσωπική παρέμβαση και μέριμνα στα προβλήματά τους – κάτι στο οποίο δεν είναι καλές οι κυβερνήσεις.

 

Ο γόρδιος δεσμός της κοινωνικής πολιτικής

 

    Με το σημερινό άρθρο μας σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας συνεχίζουμε την έρευνα που αρχίσαμε χθες σχετικά με τα ζητήματα των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης της οικονομίας. Σήμερα θα μας απασχολήσει ένα ζήτημα το οποίο στην Ελλάδα δεν συζητείται σχεδόν ποτέ: η ιδιωτικοποίηση του ίδιου του κράτους πρόνοιας. Έτσι θα δείξουμε ότι η ιδιωτικοποίηση και η οικονομική απελεύθερωση δεν είναι υποχρεωτικά ούτε αναγκαία κακά ούτε ποινές που επιβάλλονται στις κοινωνίες σε περιόδους εφαρμογής προγραμμάτων οικονομικής σταθεροποίησης, αλλά είναι -μπορούν να είναι- τρόποι εξυπηρέτησης του κοινωνικού συμφέροντος και εκδηλώσεις οικονομικού ανθρωπισμού.

     Δυστυχώς, στην Ελλάδα οι ιδιωτικοποιήσεις και η οικονομική ελευθερία αντιμετωπίζονται από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις -στην καλύτερη περίπτωση- ως αναγκαίο κακό και -στη χειρότερη περίπτωση- ακόμη και ως μέγα κοινωνικό δεινό. Η δε, πίστη στην αξία του μοντέλου του κράτους πρόνοιας είναι τυφλή.

 Αποτελεσματικότητα

    Η κοινωνική εμπειρία δεν μας δείχνει μόνο ότι τα υλιστικά προγράμματα δεν επιφέρουν τις επιθυμητές κοινωνικές αλλαγές. Η κοινωνική εμπειρία μάς δείχνει, επίσης, και ποια προγράμματα μπορούν να επιφέρουν τις επιθυμητές κοινωνικές αλλαγές. Πληθώρα ιδιωτικών προγραμμάτων παροχής βοήθειας προς τους έχοντες ανάγκη έχουν εφαρμοστεί στον Δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα, δε, στη Βόρεια Αμερική, όπου υπάρχει μια υψηλή κουλτούρα ατομικής υπευθυνότητας και πρωτοβουλίας. Για παράδειγμα, τέτοια προγράμματα στις ΗΠΑ περιλαμβάνουν οργανισμούς συνδεδεμένους με το John Perkins’s Christian Community Development Association (Σύνδεσμος Ανάπτυξης Χριστιανικών Κοινοτήτων John Perkins), ανεξάρτητα προγράμματα για ουσιοεξαρτημένους, όπως το STEP-13 στο Ντένβερ και το Victory Fellowship στο Σαν Αντόνιο και ιδιωτικά κέντρα στέγασης, όπως το House of Hope στο Σικάγο.

    Οι υπεύθυνοι αυτών των προγραμμάτων έχουν διαπιστώσει ότι η κοινωνική ανέλιξη όσων έχουν ανάγκη αυτών των υπηρεσιών είναι πρωτίστως ζήτημα πνευματικής υφής και όχι υλικής, και γι’ αυτό προϋποθέτει ψυχολογικές και εκπαιδευτικές διεργασίες, όχι απλώς παροχή υλικών πόρων. Συγκεκριμένα, η κοινωνική ανέλιξη όσων έχουν ανάγκη ειδικής κοινωνικής υποστήριξης απαιτεί ένα καλά διαρθρωμένο μείγμα αγάπης, πειθαρχίας, ηθικής υπευθυνοποίησης, καθοδήγησης, ενθάρρυνσης και έμπνευσης. Με άλλα λόγια, εκείνοι οι οποίοι έχουν ανάγκη δεν μπορούν να βοηθηθούν αποτελεσματικά απλώς με την παροχή υλικής βοήθειας προς αυτούς -που είναι το μόνο πράγμα στο οποίο είναι καλές οι κυβερνήσεις- αλλά χρειάζονται γνήσια προσωπική παρέμβαση και μέριμνα στα προβλήματά τους – κάτι στο οποίο δεν είναι καλές οι κυβερνήσεις.

Ανίκανες οι κυβερνήσεις

 

  Ανίκανες οι κυβερνήσεις

    Η κυβέρνηση είναι εγγενώς, δηλαδή από τη φύση της ως θεσμός, ανίκανη να προσφέρει την απαραίτητη κοινωνική βοήθεια. Ιδού γιατί. Η παροχή κοινωνικής βοήθειας πρέπει να αποσκοπεί στο να οδηγήσει αυτόν που τη λαμβάνει στο να εξελιχθεί, να αυτοβελτιωθεί σταδιακά και να γίνει αυτάρκης, να σταθεί στα δικά του πόδια. Για να γίνει αυτό, τα προγράμματα κοινωνικής βοήθειας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους την ετερότητα, δηλαδή την ατομική ιδιαιτερότητα καθενός προσώπου που λαμβάνει τις υπηρεσίες κοινωνικής βοήθειας.

    Αλλά η αρχή της ελαστικότητας και γενικά η εξατομικευμένη εξυπηρέτηση του ανθρώπου από έναν θεσμό κοινωνικής βοήθειας αντιβαίνουν προς την αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας», η οποία επιτάσσει συλλογικές ρυθμίσεις. Η αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» διέπει το αστικό κράτος -και καλώς συμβαίνει αυτό- με το εξής σκεπτικό: εφόσον το κράτος είναι φορέας καταναγκαστικής εξουσίας, οι παρεμβάσεις του πρέπει να οριοθετούνται από μια γενική, αντικειμενική νομοθεσία. Από την άλλη πλευρά, όμως, η ορθή παροχή κοινωνικής βοήθειας απαιτεί ελαστικότητα και εξατομικευμένη εξυπηρέτηση των περιπτώσεων και άρα αντιβαίνει προς την αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» η οποία διέπει το αστικό κράτος, ώστε να μη γίνεται κράτος αυθαιρεσίας.

 

Ιδιαιτερότητες

 

   Ιδιαιτερότητες

    Με άλλα λόγια, επειδή το κράτος είναι φορέας μεγάλης ισχύος και ασκεί καταναγκασμό, η νεοτερική ευρωπαϊκή δημοκρατική πολιτική θεωρία ανέπτυξε την αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» με σκοπό να τυποποιήσει και, άρα, να οριοθετήσει τη συμπεριφορά του κράτους μέσα σε ένα γενικό, αντικειμενικά προσδιορισμένο, νομικό σύστημα. Γι’ αυτό, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αρχής, δεν είναι στη διακριτική ευχέρεια των κρατικών αξιωματούχων να αποφασίζουν σε ποιες περιπτώσεις θα εφαρμόσουν έναν νόμο και σε ποιες όχι. Αυτός ο περιορισμός αποτρέπει την εκδήλωση αυθαίρετης συμπεριφοράς εκ μέρους των κρατικών αξιωματούχων. Από την άλλη πλευρά, όμως, η πολυπλοκότητα της κοινωνικής δυναμικής δεν μπορεί να τυποποιηθεί πλήρως μέσα στα όρια οποιουδήποτε γενικού, αντικειμενικώς προσδιορισμένου, νομικού συστήματος. Πάντα κάποιες ιδιαιτερότητες κάποιων κοινωνικών προβλημάτων θα απαιτούν ιδιαίτερη μεταχείριση, διότι οι άνθρωποι είναι πρόσωπα και όχι αντικειμενικώς προσδιορίσιμες ούτε πλήρως προβλέψιμες κοινωνικές μονάδες. Συνεπώς, η ίδια η αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» στερεί από το κράτος την αρετή της διάκρισης, ενώ, όταν το κράτος επιχειρεί να ασκήσει διακριτική μεταχείριση των πολιτών, τότε γίνεται κράτος αυθαιρεσίας.

    Για να λυθεί αυτός ο πολιτικός γόρδιος δεσμός, πρέπει να ελαχιστοποιηθεί ο κρατικός παρεμβατισμός, ώστε το κράτος να περιοριστεί σε εκείνους τους ρόλους που συνάδουν με την αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας». Συγκεκριμένα, το κράτος πρέπει να ασχολείται κυρίως με το να εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα και να εγγυάται ότι τα ελευθέρως και οικειοθελώς συμπεφωνημένα μεταξύ προσώπων (φυσικών και νομικών) θα τηρούνται. Όποτε το κράτος ξεπερνάει αυτά τα όρια δράσης του παράγει πολύπλοκα και συχνά αντιφατικά νομικά συστήματα, διαφθορά και αναποτελεσματικότητες, και βεβαίως δεν λύνει ουσιαστικά τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά προστατεύει και διευρύνει τα προνόμια της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας γραφειοκρατίας.

 

 Διαφθορά

    Καθώς η πολυπλοκότητα της κοινωνικής δυναμικής καθιστά προβληματική τη συντήρηση των ιδρυμένων γενικών νομικών πλαισίων και καθιστά επιτακτική ανάγκη την προσωπική, και όχι τη θεσμική (άρα απρόσωπη) λύση των κοινωνικών προβλημάτων, το γραφειοκρατικό πρότυπο της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» δεν μπορεί να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Από την άλλη πλευρά, όταν το κράτος, παραβιάζοντας ουσιαστικά το πνεύμα της συγκεκριμένης αρχής, εκδηλώνει ελαστική πολιτική συμπεριφορά για να ανταποκριθεί στην πολυπλοκότητα της κοινωνικής δυναμικής και για να επιλύσει άμεσα το ίδιο κοινωνικά προβλήματα, όχι μόνο δεν προσφέρει αποτελεσματικές λύσεις αλλά έχει δύο ακόμη αρνητικές παρενέργειες: την πολυπλοκότητα και την αντιφατικότητα πολλών νομικών ρυθμίσεων και τη διαφθορά.

      Η πολυπλοκότητα και η αντιφατικότητα πολλών νομικών ρυθμίσεων οφείλονται στο γεγονός ότι συχνά οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν την ανάγκη να επιδείξουν και να εφαρμόσουν την αρετή της διάκρισης, ανταποκρινόμενες στις ιδιαίτερες ανάγκες και απαιτήσεις επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Έτσι, όμως, το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας πάσχει από μια εγγενή αντίφαση: από τη μια πλευρά, πρέπει να είναι εναρμονισμένο με το μοντέλο της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» και από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να εγκλωβίσει την κοινωνία σε ασφυκτικές και αναχρονιστικές ρυθμίσεις.

    Η δε, διαφθορά οφείλεται σε δύο κυρίως γεγονότα: Πρώτον, στο γεγονός ότι η κοινωνία πολλές φορές επιλέγει να διαχειριστεί προβλήματα με τρόπους τους οποίους ακόμη δεν έχει μεριμνήσει να παράσχει στην κοινωνία η νομοθετική εξουσία που  παραμένει αγκυλωμένη σε προηγούμενα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης και δεν έχει κατανοήσει ακόμη τις τρέχουσες εξελίξεις και ανάγκες στην κοινωνία (γι’ αυτό οι λύσεις δίνονται μέσω της διαφθοράς). Δεύτερον, στο ότι η κρατική γραφειοκρατία δεν λειτουργεί χάριν απρόσωπων γενικών αρχών, αλλά υπέρ των δικών της ιδιοτελών σκοπιμοτήτων (επομένως παράγεται επιπλέον διαφθορά).

Στο αυριανό τρίτο μέρος της έρευνάς μας, θα παρουσιάσουμε πρακτικά μοντέλα ιδιωτικοποίησης του ασφαλιστικού συστήματος και άλλων λειτουργιών που επιτελεί το κράτος στο πλαίσιο της δημόσιας οικονομικής.

Όταν οι δήμοι περνούν σε χέρια ιδιωτών

 

   Όταν οι δήμοι περνούν σε χέρια ιδιωτών

     Το πρώτο βήμα που απαιτείται για να έχει νόημα η συζήτηση περί ιδιωτικοποιήσεων και οικονομικής ελευθερίας είναι η θέσπιση και λειτουργία ισχυρών μηχανισμών λογοδοσίας. Μια αξιοπρόσεκτη πρόταση αμερικανικών think-tanks, όπως το CATO Institute, είναι η αυστηρή υπευθυνοποίηση της δημοτικής εξουσίας: αντί οι πολίτες να ψηφίζουν δημάρχους με κομματικά κριτήρια και με βάση ανεύθυνες προεκλογικές υποσχέσεις, οι οποίες δεν δεσμεύουν τους υποψήφιους δημάρχους νομικά (όπως λ.χ. δεσμεύονται τα συμβαλλόμενα μέρη μιας αστικής σύμβασης), οι δημότες πρέπει να επιλέγουν ιδιωτικές εταιρείες διαχείρισης των δημοτικών υποθέσεων με βάση την ακόλουθη διαδικασία.

    Κάθε τέσσερα χρόνια, στις δημοτικές εκλογές, καθεμία από τις ιδιωτικές εταιρείες που θα διεκδικεί τον ρόλο του δημάρχου θα αποστέλλει σε κάθε δημότη ψηφοφόρο το δικό της πρόγραμμα για τη διαχείριση του δήμου, προσδιορίζοντας ρητώς το ύψος των δημοτικών φόρων τους οποίους θα εισπράξει στη διάρκεια της τετραετίας και το ελάχιστο επίπεδο δημοτικών έργων και υπηρεσιών που θα προσφέρει στη διάρκεια αυτής της τετραετίας. Αυτό το πρόγραμμα θα έχει κυριολεκτικά τη μορφή αστικής σύμβασης και θα περιλαμβάνει ρήτρα σύμφωνα με την οποία, εάν στο τέλος της τετραετούς θητείας της στη θέση του δημάρχου, η δεδομένη εταιρεία έχει μεν εισπράξει τους δημοτικούς φόρους τους οποίους είχε προϋπολογίσει αλλά δεν έχει προσφέρει το ελάχιστο επίπεδο δημοτικών έργων και υπηρεσιών που είχε υποσχεθεί προεκλογικά, ένα ρητώς προσδιορισμένο από τη συμφωνία δημότη-δημάρχου μέρος των δημοτικών φόρων που εισέπραξε θα είναι υποχρεωμένη να το επιστρέψει στους δημότες από τους οποίους το εισέπραξε. Τον τετραετή απολογισμό κάθε τέτοιας δημοτικής Αρχής θα υπογράφει και επίσημη λογιστικο-ελεγκτική εταιρεία, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν τι πλήρωσαν, τι έλαβαν και πόσους εισπραχθέντες δημοτικούς φόρους πιθανόν οφείλει να τους επιστρέψει η δημοτική Αρχή.

  Υπογραφές

    Ο κάθε δημότης θα υπογράφει το πρόγραμμα της εταιρείας που του φαίνεται περισσότερο ωφέλιμο. Η εταιρεία της οποίας το πρόγραμμα θα συγκεντρώνει τις περισσότερες υπογραφές θα εκλέγεται δήμαρχος για τέσσερα χρόνια.

    Οι τεχνικο-οικονομικές υποσχέσεις, ακόμη και στον πολιτικό στίβο, δεν πρέπει να είναι δωρεάν, αλλά να δεσμεύουν νομικά εκείνον που τις δίνει. Επίσης, όπως συμβαίνει στις αστικές/εμπορικές συμβάσεις, ο φορολογούμενος πρέπει να μπορεί να διεκδικεί δικαστικά τα χρήματά του πίσω όταν έχει εξαπατηθεί από τους πολιτικούς του άρχοντες. Γι’ αυτό, όπως θα εξηγήσουμε στο αυριανό άρθρο μας, η κοινωνία της ελεύθερης οικονομίας είναι ουσιαστικά μια… συμβολαιική κοινωνία: βασίζεται δηλαδή σε αστικές συμβάσεις παντού.

Η παροχή μόνο υλικής βοήθειας δεν αποδίδει τα επιθυμητά αποτελέσματα

 

   Η παροχή μόνο υλικής βοήθειας δεν αποδίδει τα επιθυμητά αποτελέσματα

     Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, τα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής του κράτους έχουν αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ομάδες που έχουν ανάγκη την κρατική πρόνοια (π.χ. ασφαλιστικές παροχές και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) μάλλον μηχανοκρατικά, σαν απρόσωπες οικονομικές μονάδες. Ειδικά ως προς τους φτωχούς και μη προνομιούχους πολίτες, η κυρίαρχη πεποίθηση είναι ότι αυτοί είχαν τα κίνητρα, τις προοπτικές και τις αξίες, δηλαδή τις πνευματικές προϋποθέσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την κοινωνική επιτυχία, αλλά απλώς η κακή τύχη τούς έριξε σε μια προσωρινή κατάσταση δυστυχίας ή δυσκολίας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, συνεπώς, οι φτωχοί και μη προνομιούχοι πολίτες χρειάζονται μόνο υλική βοήθεια –π.χ. τροφή, χρήματα, κατοικία, δημόσια δωρεάν εκπαίδευση και υγεία- για να είναι ευτυχή, παραγωγικά μέλη της κοινότητας. Εφόσον, λοιπόν, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσφέρει αυτές τις παροχές, φάνηκε λογικό να ισχυριστούν κάποιοι ότι η κυβέρνηση μπορεί να θεραπεύσει τη φτώχεια μέσω των θεσμών του κράτους πρόνοιας.

    Πέρα από το γεγονός ότι αυτή η συνταγή είναι μια μονόπλευρη υλιστική θεώρηση των κοινωνικών προβλημάτων, η ίδια η εμπειρία έδειξε πως η συγκεκριμένη συνταγή δεν αποδίδει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Κατ’ αρχάς, σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκε πρακτικά ότι η παροχή υλικών αγαθών και υπηρεσιών σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν ανάγκη δεν άλλαξε τη ζωή τους ουσιαστικά. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1990 μελετήθηκε μεθοδικά μια οργανωμένη προσπάθεια που έγινε στη Νέα Υόρκη για να φύγουν οι άστεγοι από τους δρόμους της Times Square. Κοινωνικοί λειτουργοί βρίσκονταν σε τακτική επαφή με 206 άτομα, στα οποία προσέφεραν σχεδόν κάθε είδους υλική υποστήριξη που είχαν ανάγκη, για παράδειγμα, στέγη, λουτρά, υγιεινά γεύματα, ρούχα, ιατρική μέριμνα, και υπηρεσίες κοινωνικής επανένταξης. Μόνο 15 από αυτά τα 206 άτομα πείστηκαν να μείνουν έστω και για ένα βράδυ σε οργανωμένο κέντρο διανυκτέρευσης. Η μελέτη αυτού του προγράμματος, έγραψε η Heather Mac Donald στο «CityJournal», «αποδεικνύει, χωρίς καμιά σκιά αμφιβολίας, ότι οι άστεγοι δεν βρίσκονται στον δρόμο επειδή δεν μπορούν να βρουν στέγη».