Ο δρόμος γεννάει κριτική σκέψη με ένα πινέλο και πολύ χρώμα

Ο Δημήτρης Κρέτσης και ο Μανώλης Αναστασάκος μιλούν στην «Ε» για το πώς κατάφεραν να δημιουργήσουν τα τρία μνημειακά έργα στις τυφλές όψεις των κτιρίων στην Ομόνοια στην Κριεζώτου και στην Κασομούλη στο Ν. Κόσμο.

Σύγχρονοι δημιουργοί μέσα από την streetartβάζουν τη δική τους σφραγίδα στην αλλαγή της αισθητικής του πολύπαθου κέντρου της Αθήνας φιλοδοξώντας να δώσουν και μια διαφορετική οπτική στον κόσμο της.  
Εδώ και ένα χρόνο περίπου έχουν παραδοθεί στους κατοίκους αυτής της πόλης, στους περαστικούς από την Πειραιώς στην Ομόνοια, την Κριεζώτου μεταξύ Συντάγματος και Κολωνακίου και την Κασομούλη στο Νέο Κόσμο τρία μνημειακά ζωγραφικά έργα πάνω στις τυφλές όψεις τριών κτιρίων, αντίστοιχα. Και είναι σαν να δοκιμάζονται στο χρόνο αλλά και στα βλέμματα, στις διαθέσεις αλλά και στα πολλά ερωτηματικά που έχουν γεννηθεί στους πολίτες αυτού του τόπου την τελευταία κυρίως διετία.
Μιλήσαμε με τον Δημήτρη Κρέτση και το Μανώλη Αναστασάκο- επιτυχημένοι εκπρόσωποι και οι δύο της σύγχρονης  γενιάς Ελλήνων εικαστικών- για να μας πουν κάτω από ποιες συνθήκες κατάφεραν να δημιουργήσουν αυτά τα γιγαντιαία έργα που, αν μη τι άλλο,  προκαλούν θαυμασμό και ευχάριστη έκπληξη σε όποιον περάσει από το εκάστοτε σημείο, όσες φορές και να περάσει.
Βέβαια εκείνο που προκαλεί μαζί και δέος είναι τα αντεστραμμένα χέρια σε θέση προσευχής, στο 13οροφο ξενοδοχείο της Ομόνοιας, που βασίστηκε στο περίφημο έργο του Ντύρερ («Xέρια που προσεύχονται», σχέδιο αναφοράς Άλπερτ Ντύρερ 1506).  Όμως, τα σύγχρονα «Χέρια που προσεύχονται» στον τοίχο του ξενοδοχείου της Ομόνοιας δεν στρέφονται για προσευχή προς τον Θεό, όπως στο 1506, αλλά προς τα κάτω. Είναι λες και ο ίδιος ο Θεός να προσεύχεται για να σωθεί αυτή η πόλη και οι κάτοικοί της. Είναι σαν από τις επικλήσεις των ανθρώπων προς τα θεία να φτάσαμε στο να προσεύχεται ο ίδιος ο Θεός για εμάς τους κοινούς θνητούς επί γης. Δεν είναι ένα τυχαίο έργο γκράφιτι και δεν είναι μόνο ζωγραφική. «Για να αποδώσεις ένα τέτοιο έργο σε τόσο μεγάλες διαστάσεις πρέπει εκτός από ζωγράφος να είσαι και τοιχογράφος πρέπει να έχεις και τεχνικές γνώσεις και εξειδίκευση» μας λέει ο Μανώλης Ανασταστάκος ενώ συμπληρώνει πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη ειδικότητα για να καλύψει τις ανάγκες παραγωγής ενός τέτοιου έργου.
Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τα άλλα δύο.
 
Τα έργα και η διοργάνωση του προγράμματος
 

Κι όμως εκείνος και ο Δημήτρης Κρέτσης με την ομάδα του, που δεν είναι άλλοι από τα δύο αδέρφια του, Μπάμπη και Θανάση, τα κατάφεραν… τριπλά ενώ ήταν προετοιμασμένοι και για άλλα δύο έργα που τελικά δεν έγιναν. Έτσι κι αλλιώς επρόκειτο για ένα πρόγραμμα που είχε διοργανώσει το Υ.Π.Ε.Κ.Α. (υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής) και η Α.Σ.Κ.Τ. (Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών) μέσα από ένα διαγωνισμό με θέμα «εικαστικές παρεμβάσεις στο δημόσιο αστικό χώρο , ζωγραφική επί των τυφλών όψεων κτιρίων της Αθήνας». Σκοπός ήταν να κατατεθούν προτάσεις-ιδέες  από φοιτητές αλλά και απόφοιτους της Α.Σ.Κ.Τ. Την επόμενη χρονιά το Μάρτιο του 2011 και αφού είχαν βραβευτεί οι δέκα (10) καλύτερες προτάσεις, η Α.Σ.Κ.Τ. προκήρυξε νέο ανοικτό διαγωνισμό, πρόχειρο αυτή τη φορά. Ο διαγωνισμός αυτός ήταν μειοδοτικός , προϋπολογισμού 55.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για την υλοποίηση τριών τοιχογραφιών με διάρκεια αποπεράτωσης της σαράντα ημέρες. Στο διαγωνισμό μειοδότησε η ομάδα των Αδερφών Κρέτση και συγκεκριμένα ο Χαράλαμπος Κρέτσης με το όνομα του οποίου κατατέθηκε η προσφορά. Με την ομάδα των αδερφών Κρέτση συνεργάστηκε και ο Μανώλης Αναστασάκος.
Η προσφορά αφορούσε στα τρία κτίρια. Το πρώτο ήταν το περίφημο με τα «Χέρια που προσεύχονται» (ή στην αγγλική απόδοση «PrayingforUs») στην οδό Πειραιώς 40 και Μενάνδρου στην τυφλή όψη του ξενοδοχείου  με διαστάσεις έργου 36 μέτρα ύψος και 18 μέτρα πλάτος. Το θέμα που επιλέχτηκε ήταν εικαστική πρόταση του Παύλου Τσάκωνα που ήταν και το δεύτερο βραβείο του διαγωνισμού ο οποίος είχε την ιδέα της αναστροφής των χεριών του γερμανού ζωγράφου.. Το κόστος ανερχόταν στο ποσό των 18.000 ευρώ.
Το δεύτερο κτήριο ήταν στην οδό Κριεζώτου 6 στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Οι διαστάσεις του έργου ήταν 16 μέτρα ύψος και 24 μέτρα πλάτος. Το θέμα που επιλέχτηκε ήταν το «ΝoSignal» εικαστική πρόταση του Πάνου Σκλαβενίτη που ήταν το πρώτο βραβείο. Το κόστος ανερχόταν στις 15.000 ευρώ. 
Το τρίτο κτήριο ήταν στην οδό Φειδερίκου Σμιθ και Κασομούλη  στο Νέο Κόσμο με διαστάσεις έργου 12 μέτρα ύψος και 9 μέτρα πλάτος. Το θέμα που επιλέχτηκε  ήταν τα «Κουβάρια» σε πρόταση της Αναστασίας Κούβαρη , που ήταν και το 3ο βραβείο από τα 10 που διακρίθηκαν στον πρώτο διαγωνισμό. Το κόστος ανερχόταν στις 14.000 ευρώ.  
 
Δημιουργοί και δυσκολίες 
 

Μιλώντας με τους δημιουργούς των γιγαντιαίων παραστάσεων αυτών των τριών έργων καταλαβαίνουμε ότι τα στάδια για την ολοκλήρωσή τους ήταν πολλά και δύσκολα και φυσικά εκτός από τα… δαιμόνια της φύσης είχαν να αντιμετωπίσουν και τα δαιμόνια της γραφειοκρατίας και της ασυνεννοησίας των επίσημων φορέων. Αυτό άλλωστε μπορεί να δίνει και μια απάντηση στο γιατί δεν επεκτάθηκε το πρόγραμμα όπως είχε ανακοινώσει αρχικά και η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ και είχε εκφράσει πρόθεση και ο πρύτανης της ΑΣΚΤ και επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος Γιώργος Χαρβαλιάς.
Όπως μας περιγράφει ο Δημήτρης Κρέτσης: «Κατά την προσαρμογή και εικαστική διαμόρφωση των θεμάτων οι δυσκολίες και αντιξοότητες δεν ήταν και λίγες. Από πλευράς κατασκευής οι δυσκολίες που συναντήσαμε ήταν στο κτήριο της Κριεζώτου. Η επιφάνεια που έπρεπε να ζωγραφίσουμε ήταν πολύ άγρια στο μεγαλύτερο μέρος της και αρκετά σαθρή. Για αυτό αναγκαστήκαμε αφού αφαιρέσαμε μεγάλο μέρος του σοβά να το σοβατίσουμε από την αρχή. Άλλο μεγάλο πρόβλημα στην Κριεζώτου ήταν ότι ήμασταν αναγκασμένοι να δουλεύουμε ακόμα και με βροχή για να είμαστε μέσα στο χρονοδιάγραμμα. Στην Πειραιώς οι αντιξοότητες περιορίστηκαν κυρίως στο θέμα της ζέστης αλλά και το ύψος του κτηρίου. Η επιφάνεια του ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Στην Κασομούλη το κτήριο ήταν αρκετά μικρό οι συνθήκες ήταν ιδανικές. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα καλώδια της ΔΕΗ που βρίσκονταν πολύ κοντά στο κτήριο. Το πρόβλημα αυτό έπρεπε άμεσα να λυθεί για να στηθεί η σκαλωσιά και να αρχίσουν οι εργασίες. Ευτυχώς μας έδωσε λύση ο διευθυντής της τεχνικής υπηρεσίας της ΔΕΗ Καλλιθέας ο κύριος Παναγιώτης Στρατικόπουλος, τον οποίο και ευχαριστούμε. Με τον σωστό συντονισμό και ανάθεση ρόλων καταφέραμε να έχουμε ένα άριστο εικαστικό αποτέλεσμα , κατά την γνώμη μας , και στο χρόνο που μας είχε δοθεί. Υπεύθυνος διαδικαστικών θεμάτων Χαράλαμπος Κρέτσης , υπεύθυνοι πραγματογνωμοσύνης για την κατάσταση των κτηρίων ήταν ο Δημήτρης Κρέτσης και ο Μανώλης Αναστασάκος. Μετρήσεις για την σωστή μεταφορά του θέματος και σχέδια ήταν του Θανάση Κρέτση. Στην προσαρμογή και εικαστική δημιουργία η ευθύνη ήταν όλων μας».
Ο Μανώλης Αναστασάκος τονίζει ότι τα στάδια επεξεργασίας του κάθε τοίχου έως την στιγμή της δημιουργίας της κάθε παράστασης ξεπέρασαν τα δεκαπέντε: «Γενικά τα έργα μεγάλων διαστάσεων έχουν τεράστιες δυσκολίες και θέλουν σοβαρή οργάνωση φοβερή μεθόδευση και μελέτη. Άλλωστε υπάρχουν συγκεκριμένα στάδια που ακολουθεί κάθε φορά. Από τα χνάρια στο καρβούνιασμα και έπειτα στις πατούρες από εκεί στις εκτυπωμένες επιφάνειες στους  προπλασμούς και στις μεγάλες επιφάνειες. Υπάρχουν ασταρώματα, υδροβολές…. Τεχνικά ζητήματα πολλά αλλά οι λύσεις δόθηκαν με πολύ αγάπη για το εικαστικό έργο και με καλή συνεργασία από τους τέσσερις επαγγελματίες.
Εξάλλου, οι δημιουργοί μας αποκαλύπτουν ότι στο πρόγραμμα ήταν να γίνουν άλλα δύο θέματα  σε δύο άλλα, αντίστοιχα, κτίρια ενώ και η  αρχική σκέψη ήταν να γίνουν παραστάσεις σε δέκα κτήρια, όσες και οι διακρίσεις – βραβεία, δηλαδή του πρώτου διαγωνισμού. Τελικά όπως τους ανακοινώθηκε λόγω έλλειψης χρημάτων έγιναν τελικά μόνο τα τρία κτήρια. «Θεωρούμε ότι είναι κάτι πολύ θετικό για την πόλη μας και ελπίζουμε στο μέλλον να υπάρξει η δυνατότητα υλοποίησης και των υπολοίπων», λένε ενώ επισημαίνουν ότι στο διαγωνισμό για τις εικαστικές προτάσεις στις τυφλές όψεις των κτηρίων διακρίθηκαν και οι ίδιοι (Δημήτρης Κρέτσης και Μανώλης Αναστασάκος, αντίστοιχα) για έργα που αναμένεται κάποια στιγμή να γίνουν.
Ο Μανώλης Ανασταστάκος μάλιστα τονίζει από την άλλη πλευρά: «Ήταν ευχής έργο με τόσα λίγα λεφτά να γίνει ένα τόσο μεγάλο έργο. Και να σκεφθεί κανείς ότι στα τεράστια έξοδά μας συμπεριλαμβάνονταν και τα έξοδα στα χρώματα στα ασταρώματα και στις ποσότητες, στις σκαλωσιές κ.α.».
Βέβαια όσες δυσκολίες και τεχνικά προβλήματα και να αντιμετώπισαν από την στιγμή που ολοκληρώθηκαν τα έργα εύχονται να μπορούσαν να κάνουν και άλλα γι’ αυτό και ο ίδιος συμπληρώνει λέγοντας:
«Ο συμβολισμός και η εννοιολογική σημασία του έργου δεν μπορεί να είναι κατανοητά πάντα από όλους, όμως είναι τόσο μεγάλο το έργο και τόσο εντυπωσιακό που κοντοστέκεται ο καθένας. Αν την στιγμή που κοντοστέκεται αναρωτηθεί έστω αν του αρέσει ή δεν του αρέσει μπαίνει στη διαδικασία κριτικής σκέψης. Σε μια εποχή που πάσχουμε από έλλειψη συγκέντρωσης και η μόνη πραγματικότητα είναι η τηλεόραση και η μόνη δυναμική μας είναι να αλλάξουμε κανάλι είναι υπέρ-πολύτιμη η κριτική σκέψη. Και αν είναι να ξεκινήσει από το δρόμο ξανά αυτό ας ξεκινήσει από το δρόμο. Στο κάτω- κάτω ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία, πάντα θα την έχει και καλό θα είναι αυτή η ιστορία να επικοινωνείται και να συζητείται γιατί αυτά τα έργα αποτελούν καλή αφορμή για συζήτηση και σκέψη»