Την περίοδο αυτή, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να επιτρέψουν σε μια τεράστια ρευστότητα που δημιουργείται να φτάσει στους τελικούς αποδέκτες της (κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις, εργαζομένους και καταναλωτές), ώστε να περιορίσει την ύφεση και να προετοιμάσει την ανάκαμψη. Τα μέτρα που λαμβάνουν, ωστόσο, είναι πολιτικές αποφάσεις, με τις οποίες –επί του παρόντος τουλάχιστον– θέτουν εντός παρενθέσεως τα ελλείμματα που θα δημιουργηθούν και τα χρέη που θα εκτιναχθούν. Σε ποιο βαθμό, άραγε, θα κάνουν το ίδιο και οι αγορές; Σε ποιο βαθμό θα αγνοήσουν τα χρέη που δημιουργούνται ως αποτέλεσμα των μέτρων αντιμετώπισης της νέας κρίσης; Αραγε, οι οίκοι αξιολόγησης θα επιδείξουν την ίδια ανεκτικότητα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όταν κληθούν την επόμενη φορά να αξιολογήσουν την πιστοληπτική ικανότητα κρατών και επιχειρήσεων, το χρέος των οποίων θα έχει ενδεχομένως εκτιναχθεί σε μη βιώσιμα επίπεδα, ως αποτέλεσμα της εύκολης πρόσβασης αυτών σε φτηνή και άφθονη ρευστότητα, την οποία διευκολύνουν με τα μέτρα που έλαβαν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί;

Είναι ένα ερώτημα, το οποίο δεν φαίνεται να απασχολεί αυτή τη στιγμή τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι συνηθίζουν να παραπέμπουν τις κρίσιμες θεσμικές αποφάσεις στο μέλλον. Αυτό γίνεται σήμερα με το λεγόμενο Ταμείο Ανάκαμψης, όπου μια ομάδα χωρών, με αυξημένο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, φαίνεται πως ευνοεί τη δημιουργία του με επιβάρυνση του προϋπολογισμού της Ε.Ε., η οποία θα δανειστεί ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο, πριν διοχετεύσει τους πόρους, άμεσα ή έμμεσα, στους τελικούς δικαιούχους, χωρίς, όμως, να επιβαρύνει (ή να επιβαρύνει το ίδιο) το ατομικό χρέος των κρατών-μελών.

Τα δημοσιονομικά ισχυρά κράτη της Ευρωζώνης, ωστόσο, δεν κάνουν δεκτό κάτι τέτοιο, ενόσω τουλάχιστον βρίσκεται σε εξέλιξη η οικονομική ένωση και δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί η δημοσιονομική ένωση, η τραπεζική ένωση και η ένωση των κεφαλαιαγορών. Υπενθυμίζουμε ότι η ολοκλήρωση αυτή ξεκίνησε ως αποτέλεσμα της προηγούμενης κρίσης, προκειμένου να καταστήσει την Ευρωζώνη ανθεκτικότερη σε νέες κρίσεις. Μια τέτοια κρίση, λοιπόν, χτυπάει την πόρτα της σήμερα, χωρίς αυτή να έχει προλάβει να ολοκληρωθεί στο πλαίσιο μιας γνήσιας οικονομικής ένωσης. Δεν αποκλείεται η νέα κρίση να επισπεύσει την ολοκλήρωση της οικονομικής ένωσης και να επιτρέψει την έκδοση αμοιβαιοποιημένου χρέους σε επίπεδο Ευρωζώνης στο μέλλον. Μάλιστα, κάτι τέτοιο θα βρεθεί μετά βεβαιότητος στο τραπέζι αμέσως μόλις αντιμετωπιστεί η κρίση αυτή ή και νωρίτερα, εάν στο μεταξύ καταγραφεί ανησυχητική δημοσκοπική άνοδος των αντιευρωπαϊστών λαϊκιστών πολιτικών σε χώρες-κλειδιά, οπότε δεν αποκλείεται, σε ένα πνεύμα φυγής προς τα μπρος, να αναθεωρηθούν ακόμη και οι Συνθήκες, ώστε να επιτραπεί η αμοιβαιοποίηση του δημοσίου χρέους των κρατών της Ευρωζώνης, για να καταστεί μακροπρόθεσμα βιώσιμο στο σύνολό του. Με άλλα λόγια, πολλά θα εξαρτηθούν και από το πόσο βέβαιο θα είναι σε λίγο αν θα παραμείνει ο κύριος Μακρόν στα Ηλύσια Πεδία ή θα κινδυνεύει να αντικατασταθεί από την κυρία Λεπέν…

Διότι, αυτή τη φορά, με προβλέψεις για ύφεση της τάξεως του 8% και έλλειμμα 12% για τη Γαλλία και λίγο λιγότερο για τη Γερμανία (6% και 9%-10% αντίστοιχα), οι καιροί ου μενετοί. Πώς θα χρηματοδοτηθούν τα ελλείμματα αυτά, αν όχι με επιβάρυνση του ήδη υψηλού δημοσίου χρέους πολλών χωρών; Διότι, άλλες χώρες έχουν το περιθώριο να δανειστούν, άλλες, όμως, δεν έχουν, και γι’ αυτό εμποδίζονται να αξιοποιήσουν την τεράστια ρευστότητα που δημιουργείται (ανεξαρτήτως εάν τους το επιτρέπουν αυτή τη φορά οι θεσμοί), από τον φόβο μήπως το χρέος τους καταστεί εξ αυτού του λόγου μη βιώσιμο. Γι’ αυτό και έσπευσαν να ζητήσουν μετ’ επιτάσεως την έκδοση ευρωομολόγου, που αφενός θα εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για να χρηματοδοτήσουν και αυτές την ανάκαμψή τους με χαμηλό κόστος, αφετέρου δεν θα επιβαρύνει το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος τους. Διότι, όλες οι άλλες λύσεις καταλήγουν στο να επιβαρύνουν τον ατομικό δανεισμό τους, είτε εκδώσουν νέο χρέος, το οποίο μερικώς θα καταλήξει στην ΕΚΤ, είτε δανειστούν από τον ESM, την ΕΤΕπ ή το νέο Recovery Fund της Ε.Ε. Είναι σαν να λέμε «δώρον άδωρον»…

Δεν απομένει, λοιπόν, παρά η άμεση ανίχνευση μιας εναλλακτικής οδού, εάν θέλουμε να διασωθεί η Ευρωζώνη ως ενιαίο μπλοκ χωρών όπως το γνωρίσαμε μέχρι σήμερα. Για την αποτροπή επικίνδυνων κλυδωνισμών έως ότου ωριμάσουν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν τη λήψη οριστικών αποφάσεων στο ζήτημα του χρέους και της δημοσιονομικής ένωσης, προτείνουμε την δημιουργία ενός μηχανισμού αναδιάρθρωσης του χρέους των κρατών-μελών, με τη μορφή ενός διαιτητικού/εκτιμητικού μηχανισμού, που θα λειτουργεί με απόλυτη διαφάνεια και όλα τα εχέγγυα δημοκρατικής νομιμοποίησης και προστασίας των δικαιωμάτων των δανειστών, ανεξαρτήτως της φύσης των δανειστών, ώστε η αναδιάρθρωση να μπορεί να συμπεριλάβει και χρέη προς τους πιστωτές του δημοσίου τομέα.

Μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, για παράδειγμα, θα μπορούσε να βασισθεί στις εργασίες της ανεξάρτητης επιτροπής κορυφαίων εξειδικευμένων επιστημόνων (Barry Eichengreen, Miguel Poiares Maduro, Ugo Panizza, Richard Portes, Beatrice Wederdi Mauro, Charles Wyplosz και Jeromin Zettelmeyer), που λειτούργησε με συντονιστή τον πρώτο εξ ημών και δημοσίευσε το πόρισμά της την άνοιξη του 2018, στο πλαίσιο της διεθνώς προβεβλημένης δεξαμενής οικονομικής σκέψης «Peterson», με την ενίσχυση και του «δικού μας» Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO). Η επιτροπή αυτή είχε προτείνει μια πιο γενναιόδωρη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από τον μίζερο διακανονισμό που αποφασίστηκε τελικά, ο οποίος μάλιστα –σύμφωνα με το ΔΝΤ– δεν κατέστησε καν το χρέος μας μακροπρόθεσμα βιώσιμο.

Τα υψηλά πλεονάσματα που μας επιβλήθηκαν στο πλαίσιο του διακανονισμού αυτού αποσκοπούσαν, ωστόσο, στο να καταστήσουν το χρέος μας βιώσιμο. Ηδη, αντί για 3,5% πλεόνασμα, φέτος θα καταγράψουμε έλλειμμα. Την ίδια στιγμή, εμποδιζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε το αποθεματικό που συγκεντρώσαμε, με αποτέλεσμα να κυνηγάμε την ουρά μας: δεν θα χρησιμοποιήσουμε το «μαξιλάρι» για να μην ανεβάσουμε το κόστος δανεισμού μας, προσφεύγοντας σε περαιτέρω δανεισμό, ο οποίος, όμως, θα εκτινάξει το χρέος μας, καθιστώντας το μη βιώσιμο. Από την άλλη, αν δεν ενισχύσουμε τη χειμαζόμενη οικονομία, θα κινδυνεύσουμε με βαθύτερη ύφεση, που θα εκτροχιάσει ακόμα περισσότερο τα δημοσιονομικά μας. Γι’ αυτό η Ελλάδα χρειάζεται να ζητήσει άμεσα ελάφρυνση του χρέους της, ώστε να μπορέσει να χρησιμοποιήσει το αποθεματικό της για να αντιμετωπίσει την κρίση, περιορίζοντας την προσφυγή σε νέο δανεισμό.

Η Ευρωζώνη θα πρέπει να σχεδιάσει την επόμενη μέρα αφήνοντας πίσω την κληρονομιά της προηγούμενης κρίσης. Διαφορετικά, για ορισμένες χώρες, η νέα κρίση –προστιθέμενη στην παλιά– θα λειτουργήσει σαν χιονοστιβάδα, από την οποία δεν θα κινδυνεύσουν μόνον οι ίδιες, αλλά και η Ευρωζώνη στο σύνολό της. Γι’ αυτό η Ευρωζώνη θα πρέπει να γυρίσει σελίδα στην κρίση.

Οποιαδήποτε ολιγωρία θα δημιουργήσει αβυσσαλέα οικονομικά και ψυχολογικά ρήγματα στη συνοχή της. Τέτοια ρήγματα θα χρειασθούν στο μέλλον πολύ πιο δαπανηρά και διχαστικά μέτρα για να γεφυρωθούν απ’ ό,τι η άμεση ελάφρυνση του χρέους ορισμένων χωρών σήμερα. Θα ήταν η επιτομή της ηγετικής αδυναμίας και ανεπάρκειας εάν, μέσα στις άλλες καταστροφές που θα επισωρεύσει η πανδημία, οι ηγέτες της Ευρωζώνης ανέχονταν να υποστούν οι λαοί τους και μια νέα νομισματική και χρηματοοικονομική κρίση, με κίνδυνο να κλονιστεί αυτή τη φορά η ίδια η Ευρωπαϊκή Ιδέα, αν τυχόν η αποχωρήσασα Μεγάλη Βρετανία βγει ενισχυμένη από την κρίση, όταν όλοι περίμεναν να συμβεί το αντίθετο. Θα μπορέσει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να αντέξει τότε στη σύγκριση;

* Ο κ. Αιμίλιος Αυγουλέας είναι καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εδιμβούργου.

** Ο κ. Παναγιώτης Γκλαβίνης είναι καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης.





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *