Καθώς το πρώτο (;) κύμα της κρίσης της COVID-19 φαίνεται να εξασθενεί σε αρκετές χώρες του κόσμου, ο οικονομικός αντίκτυπος από τα μέτρα περιορισμού της εξάπλωσης της πανδημίας βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης διεθνών οργανισμών, κυβερνήσεων και πολιτών. Η παγκόσμια οικονομία είναι πιθανό να οδηγηθεί τη χρονιά που διανύουμε σε βαθιά ύφεση, μεγαλύτερη από εκείνη του 2008 και εφάμιλλη της ύφεσης του 1929.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εμφανίσουν ύφεση της τάξης του 6-8%, Για την Ελλάδα η ύφεση αναμένεται ακόμα μεγαλύτερη φτάνοντας το 10% ενώ προβλέπεται και αύξηση της ανεργίας από 17.3% σε 22.3%. Μέσα σε αυτό το πρωτόγνωρο, δυσμενές και ασταθές περιβάλλον, όπου κυρίαρχο μέλημα είναι η διαχείριση της οικονομικής κρίσης σε εθνικό επίπεδο, τα ζητήματα των χωρικών, δηλαδή γεωγραφικών, επιπτώσεών της, δεν έχουν απασχολήσει ακόμα το δημόσιο διάλογο, ενώ υποβαθμίζονται στη λίστα των προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής. 

Γνωρίζουμε πολύ καλά από τη διεθνή βιβλιογραφία, τόσο για την τελευταία μεγάλη κρίση του 2008, όσο και για προγενέστερες, όπως εκείνη του 1929, των δύο πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του ’70, αλλά και της ασιατικής κρίσης του 1997, ότι το «αποτύπωμα» της εκάστοτε κρίσης, εκφρασμένο σε οικονομικούς αλλά και κοινωνικούς όρους, δεν είναι χωρικά ομοιόμορφο και ομοιογενές στο εσωτερικό της κάθε χώρας.

Η κάθε κρίση επηρεάζει τις τοπικές οικονομίες με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετική ένταση, με αποτέλεσμα κάποιες περιοχές (π.χ. περιφέρειες, πόλεις κ.λπ.) να είναι πιο ευάλωτες από κάποιες άλλες. Γνωρίζουμε, επίσης, πολύ καλά ότι κάθε περιοχή αντιμετωπίζει και αντιπαρέρχεται μια κρίση με διαφορετικό τρόπο, με βάση την παραγωγική δομή της, τα βασικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας της, το μέγεθος της εσωτερικής αγοράς της, την εξαγωγική δραστηριότητά της, καθώς και το επίπεδο των φυσικών πόρων, του ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου αλλά και του κεφαλαίου γνώσης που διαθέτει.

Σύμφωνα με έρευνες που έγιναν για την κρίση του 2008 στην Ελλάδα, οι περιοχές που ανταποκρίθηκαν καλύτερα ήταν οι λιγότερο αστικές περιοχές της χώρας και ιδίως οι τουριστικές, οι αγροτικές, καθώς και οι περιοχές στις οποίες κυριαρχεί η βιομηχανία εντάσεως εργασίας (εκεί δηλαδή που υπερτερεί ο συντελεστής εργασία).

Η έλλειψη χαρακτηριστικών που υπό κανονικές συνθήκες αποτελούν πλεονεκτήματα, όπως είναι η υψηλή εξειδίκευση της εργασίας, το μεγάλο μέγεθος της αγοράς και η οικονομική εξωστρέφεια, φαίνεται ότι λειτούργησαν ευεργετικά σε αυτή την περίπτωση, με αποτέλεσμα οι περιοχές αυτές να εκτεθούν λιγότερο στις αρνητικές επιπτώσεις του οικονομικού σοκ. Από την άλλη πλευρά, οι περισσότερο αστικές περιοχές της χώρας, με υψηλότερο βαθμό οικονομικής εξωστρέφειας και συμμετοχής του τριτογενούς τομέα (εκτός τουρισμού), και με ειδίκευση σε πιο προηγμένους τεχνολογικά κλάδους, επηρεάστηκαν περισσότερο από την κρίση, αντιμετωπίζοντας, πιθανώς, σημαντικές πιέσεις από το διεθνές περιβάλλον.

Ένα βασικό ζήτημα που ανακύπτει από την παραπάνω συζήτηση αφορά στο χωρικό αποτύπωμα της νέας οικονομικής κρίσης. Ποιες περιοχές θα πληγούν στην Ελλάδα περισσότερο, ποιες λιγότερο και γιατί; Οι γεωγραφικές επιπτώσεις θα είναι παρόμοιες με εκείνες της κρίσης του 2008 ή διαφορετικές; Στην παρούσα φάση, με το φαινόμενο να μην έχει ακόμα ολοκληρωθεί, και με την έλλειψη επαρκών και αξιόπιστων διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων για κρίσιμες μεταβλητές, όπως είναι για παράδειγμα το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και η ανεργία, είναι δύσκολο να έχουμε μια πλήρη εικόνα. Ωστόσο, φαίνεται πιθανό οι επιπτώσεις να είναι διαφορετικές, ως έναν βαθμό, σε σχέση με την κρίση του 2008.

Για παράδειγμα, οι τουριστικές περιοχές της χώρας αναμένεται να είναι εκείνες που θα πληγούν περισσότερο αφού αναμένεται σημαντική μείωση της ζήτησης των υπηρεσιών του κλάδου. Αντίθετα, τα μεγάλα αστικά κέντρα και οι πιο ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας είναι πιθανόν να επηρεαστούν λιγότερο. Συνήθως, σε περιόδους κρίσης, οι περιοχές αυτές είναι πιο ευάλωτες αφού εκτίθενται περισσότερο στη μείωση της προσφοράς ή/και της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών. Στην αυτή την κρίση, ωστόσο, κάποια χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η συγκέντρωση δραστηριοτήτων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, το υψηλό επίπεδο τεχνολογίας και το ανθρώπινο κεφαλαίο υψηλής ειδίκευσης, ίσως να τις προστατεύσει.

Από την άλλη πλευρά, οι αγροτικές περιοχές, ενδέχεται να αποδειχθούν λιγότερο ευάλωτες, όπως και στην κρίση του 2008, εξαιτίας της εξαίρεσης του αγροτικού τομέα από τα μέτρα περιορισμού (lockdown), της μικρής έκθεσης τους στον τουρισμό, τον σημαντικό βαθμό αυτοκατανάλωσης και αυτάρκειας που τις διακρίνει αλλά και την πιθανή μελλοντική αύξηση της εξαγωγικής τους δραστηριότητας. Όλα τα παραπάνω αναμένεται να λειτουργήσουν ως ένα δίχτυ ασφαλείας στις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης, με την προϋπόθεση της αντιμετώπισης του προβλήματος της έλλειψης εποχιακών εργατών που έχει πρόσφατα ανακύψει, αλλά και της διασφάλισης της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού των αγροτικών προϊόντων.

Το χωρικό αποτύπωμα της κρίσης θα εξαρτηθεί και από άλλους όμως παράγοντες, που συνδέονται με τις νέες εθνικές και διεθνείς συνθήκες και προκλήσεις στη μετά COVID-19 εποχή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, μεταξύ άλλων, ο βαθμός προσαρμοστικότητας των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρών, στις νέες εξελίξεις π.χ. στον ψηφιακό μετασχηματισμό, η συνεργασία των (τοπικών) κοινωνικών εταίρων με την κεντρική διοίκηση, οι προτεραιότητες της κεντρικής κυβέρνησης καθώς και οι πιθανές αλλαγές στη μορφή του παγκόσμιου εμπορίου (από-παγκοσμιοποίηση). Θα εξαρτηθούν επίσης και από τυχαίους (;) παράγοντες που συνδέονται με την εξέλιξη της πανδημίας, όπως είναι οι ενδεχόμενες αναζωπυρώσεις κρουσμάτων σε συγκεκριμένες περιοχές, οι οποίες θα οδηγήσουν σε νέα περιοριστικά μέτρα και σε περαιτέρω μείωση της οικονομικής δραστηριότητας στις περιοχές αυτές.

Μπορεί αυτή τη φορά η ύφεση στη χώρα μας να είναι μικρής χρονικής διάρκειας, θα είναι όμως απότομη και βαθιά, επιφέροντας ισχυρό πλήγμα στις τοπικές οικονομίες. Θα είναι επίσης και αβέβαιη, αφού κανείς δε γνωρίζει το μέγεθος και τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς και το χρονικό διάστημα των μέτρων περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας.

Το πλήγμα θα είναι ισχυρότερο σε ορισμένες περιοχές της χώρας, οι οποίες είναι πιθανόν να μην καταφέρουν να ανακάμψουν γρήγορα, παρά τη πιθανή οικονομική ανάκαμψη της χώρας το 2021 (πρόβλεψη ΔΝΤ). Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση για το χωρικό αποτύπωμα των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της COVID-19 καθίσταται όχι μόνο αναγκαία αλλά και κρίσιμη. Πρώτον, γιατί θα αναδείξει σημαντικές πτυχές της οικονομικής κρίσης και δεύτερον, γιατί μπορεί να διαμορφώσει τις κατάλληλες πολιτικές για την αντιμετώπιση των άνισων, γεωγραφικά, επιπτώσεών της.

*Ο Παναγιώτης Αρτελάρης είναι Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης του Χώρου στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *