H κυβέρνηση φρόντιζε επιμελώς καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων μηνών να αποκρούει τα όσα της καταλογίζονταν περί επιβάρυνσης της μεσαίας τάξης. Μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, ήδη ωθείται στην αλλαγή της επικοινωνιακής στρατηγικής της όσον αφορά την προσέγγιση της πολυπληθέστατης κοινωνικής ομάδας η οποία δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν –ακόμη και από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο– ότι επί των ημερών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξαν σημαντικές απώλειες εισοδήματος. Και δεν πείστηκε, καθώς:

• Εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες από τις αυξήσεις κατά περίπου 3 δισ. των έμμεσων φόρων (μόνο επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης). Οι μόνες μειώσεις είναι αυτές που έγιναν στις 20 Μαΐου και ουσιαστικά επιστρέφουν μόνο τα 440 εκατ. από τα τρία δισ. της αύξησης των έμμεσων φόρων.

• Πληρώνει το «μάρμαρο» από την έλλειψη ρευστότητας που μαστίζει τις επιχειρήσεις – εργοδότες. Το πρόβλημα της σημαντικής καθυστέρησης ακόμη και για 3-4 μήνες στην καταβολή της μισθοδοσίας εξακολουθεί να μαστίζει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους. To πρόβλημα ρευστότητας στις επιχειρήσεις επιδεινώθηκε τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της αύξησης του μη μισθολογικού κόστους, του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων αλλά και της εκτόξευσης του συντελεστή προκαταβολής φόρου στο 100%.

• Δεν μπορεί να προσβλέπει σε ουσιαστική αύξηση του εισοδήματος από εδώ και στο εξής σε περίπτωση που είναι μισθωτός, καθώς ακόμη και να δεχθεί ο εργοδότης να δώσει αύξηση, πάνω από τα μισά θα καταλήξουν στο κράτος. Στον εργαζόμενο με μισθό 1.500 ευρώ μεικτά, ο εργοδότης πληρώνει 1.875 ευρώ, αλλά οι καθαρές αποδοχές περιορίζονται στα 1.110 ευρώ. Αν ο εργαζόμενος πάρει αύξηση 10%, ο εργοδότης θα πληρώνει 187,5 ευρώ επιπλέον κάθε μήνα (ή 2.625 ευρώ τον χρόνο) και ο εργαζόμενος θα εισπράττει 95 ευρώ επιπλέον, δηλαδή τα μισά από αυτά που θα δίνει ο εργοδότης.

• Δεν βλέπει να δημιουργούνται καινούργιες δουλειές που να εξασφαλίζουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Παρά τη μείωση της ανεργίας, τα στοιχεία του ΕΦΚΑ αποτυπώνουν συνεχή μείωση του μέσου μεικτού μισθού και αυτό σημαίνει ότι οι νέες δουλειές που ανοίγουν εξασφαλίζουν πολύ χαμηλό μισθό. Ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα τον Νοέμβριο του 2018 ανερχόταν στα 916 ευρώ, όταν τον Νοέμβριο του 2014 έφθανε στα 1.008 ευρώ.

• Στερείται της δυνατότητας επιτυχούς άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ακόμη και σήμερα, ο ελεύθερος επαγγελματίας που θα καταφέρει να παράξει κέρδη της τάξεως των 50.000 ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, θα κληθεί να τα βγάλει πέρα με λιγότερα από τα μισά, καθώς ο συνολικός συντελεστής επιβαρύνσεων για φόρους και εισφορές παραμένει πάνω από το 50% ακόμη και για χαμηλότερα εισοδήματα της τάξεως των 20.000-30.000 ευρώ. Η απόκρυψη εισοδημάτων έγινε «ανάγκη» και αυτό αποτυπώνεται και στις φορολογικές δηλώσεις, όπου τα εισοδήματα των αυτοαπασχολουμένων υποχωρούν συνεχώς.

• Δεν βλέπει καμία προοπτική σημαντικής μείωσης της επιβάρυνσης από τον ΕΝΦΙΑ. Η «μέση ιδιοκτησία» των 150.000-250.000 ευρώ δεν έχει ελαφρυνθεί καθόλου.

• Εμεινε έξω από κάθε παροχή που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής. Οι όροι τακτοποίησης οφειλών σε τράπεζες και Δημόσιο ήταν χειρότεροι ή απαγορευτικοί για τη μεσαία τάξη, ενώ δεν ελήφθη καμία απολύτως μέριμνα για τους συνεπείς.



Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *