Το ισχυρό ευρώ έβλαψε την ανταγωνιστικότητα

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012   

Του Μάκη Ντόβολου

Σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, το κόστος εργασίας στη διάρκεια της περιόδου 2000-2009 αυξήθηκε κατά 23%
Οι αυξήσεις των μισθών ευθύνονται κατά το 1/5

 

Σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν πως το κόστος εργασίας αυξήθηκε σημαντικά από το 2000 και μετά, με αποτέλεσμα να μειωθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και των υπηρεσιών που απευθύνονται σε ξένους αγοραστές. Όμως, για την εξέλιξη αυτή δεν ευθύνονται οι διεκδικήσεις των εργαζομένων για μισθολογικές αυξήσεις, όπως υποστηρίζουν η Τρόικα και οι εγχώριοι εκπρόσωποί της, αλλά το ισχυρό ευρώ, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Ο ισχυρισμός ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επιδεινώθηκε εξαιτίας των αυξήσεων των μισθών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει η έκθεση, δεδομένου του ότι αυτοί αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό με τον μέσο όρο των ανταγωνιστριών χωρών, λαμβανομένων υπόψη και των διαφορε­τικών επιπέδων της παραγωγικότητας. Για την επιδείνωση της ανταγωνιστικότη­τας τιμής των ετών 2000-2009 οι αυξήσεις των μισθών στην Ελλάδα ευθύνονται μόνο κατά ένα μικρό μέρος, περίπου κατά ένα πέμπτο.

 

Επιδείνωση

 

Αναλυτικότερα, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα, για το σύνολο της οικο­νομίας, υπολογισμένο σε δολάρια και συγκρινόμενο με το αντίστοιχο μέγεθος των 35 άλλων αναπτυγμένων χωρών (λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής και της κλαδικής κατανομής του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας με αυτές τις 35 χώρες), αυξήθηκε στη διάρκεια της περιόδου 2000-2009, κατά 23%. Πράγματι, η αύξηση αυτή δείχνει μια σοβαρή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας κόστους. Όμως, δεν θα πρέπει να αποδίδεται στις απαιτήσεις των εργαζομένων, αλλά στις αλλαγές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου. Από την αύξηση του σταθμισμένου μοναδιαίου κόστους εργασίας σε δολάρια (23%), το 19% οφειλόταν στις μεταβολές της ονομαστικής σταθμισμένης συναλ­λαγματικής ισοτιμίας, δηλαδή στην ανατίμηση του ευρώ, και μόνο 4% στις διεκδικήσεις των εργαζομένων για υψηλότερες αποδοχές.

Σύμφωνα με την έκθεση, επειδή οι ανταγωνίστριες χώρες δεν έχουν όλες κοινό νόμισμα με την Ελλάδα, αλλά διατηρούν τα δικά τους εθνικά νομίσματα, εάν θέλουμε να συγκρίνουμε την ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας (δηλαδή την ανταγωνιστικότητα στον βαθμό που εξαρτάται από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος) μεταξύ Ελλάδας και ανταγωνιστριών χωρών, είναι ορθό να υπολογίσουμε το κόστος εργασίας στις διάφορες χώρες στο ίδιο νόμισμα (π.χ., σε δολάρια). Εάν όμως θέλουμε να υπολογίσουμε πόσο επέ­δρασαν στην ανταγωνιστικότητα κόστους οι απαιτήσεις των μισθωτών, επομένως και οι αυξήσεις των αποδοχών, τότε θα πρέπει να συγκρίνουμε τις αυξήσεις του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε εθνικά νομίσματα – αλλιώς θα έχουμε αποδώσει στις αυξήσεις των μισθών μεταβολές που οφείλονται στις συναλλαγματικές ισοτι­μίες. Θα εμφανίζεται, δηλαδή, κάθε ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι των νομισμάτων των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας ως υποτιθέμενο αποτέλεσμα των απαιτήσεων των εργαζομένων. Επομένως, για να έχουμε την ορθή εκτίμηση της επίπτωσης των απαιτήσεων των εργαζομένων στην ανταγωνιστικότητα τιμής, απαιτείται να εξετάσουμε τον εθνικό δείκτη του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε σχέση με τους αντίστοιχους δείκτες των 35 άλλων βιομηχανικών χωρών, σε εθνικά νομίσματα, λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής και της κλαδικής κατανομής εκάστης χώρας στο εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας, έτσι ώστε στον δείκτη να μην περιλαμβάνεται και η επίπτωση των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Από τις μεταβολές του δείκτη αυτού προκύπτει ότι στη διάρκεια των ετών 2000-2009 το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της ελληνι­κής οικονομίας, συγκρινόμενο με το αντίστοιχο μέγεθος στις 35 βιομηχανικές χώρες, σε εθνικά νομίσματα, αυξήθηκε συνολικά κατά περίπου 4%. Αυτό σημαίνει ότι από την αύξηση του σταθμισμένου μοναδιαίου κόστους εργασίας σε δολάρια (23%) το 19% οφειλόταν στις μεταβολές της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας, δηλαδή στην ανατίμηση του ευρώ (και παλαιότερα της δραχμής εν όψει της ένταξης στη Νομισματική Ένωση), σε ενδεχόμενες αλλαγές στη γεωγραφική και στην κλαδική κατανομή του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας και μόνον κατά 4% στις απαιτήσεις των εργαζομένων για υψηλότερες αποδοχές.

Σημειώνεται πως στο τέλος του 2012 η μείωση των ονομαστικών μισθών της τελευταίας τριετίας θα έχει αντισταθμίσει ολόκληρη την αρνητική επίπτωση που είχε στο μοναδιαίο κόστος εργασίας, στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, η ανατίμηση του ευρώ και παλαιότερα της δραχμής.

 

ΥΠΑΑΤ

Πρόγραμμα επισιτισμού για 680.000 οικογένειες

Την επισιτιστική κρίση στη χώρα μας παραδέχτηκε επισήμως ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθηγητής Αθανάσιος Τσαυτάρης, ο οποίος αναφέρθηκε, μάλιστα, και στις δράσεις που έχει αναλάβει για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Ειδικότερα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Τσαυτάρης ανέφερε ότι έχουν εξασφαλιστεί 20 εκατομμύρια ευρώ από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και, όπως τόνισε ο ίδιος, «κάνουμε μεγάλη προσπάθεια με διευρυμένο πρόγραμμα επισιτισμού που περιλαμβάνει 680.000 οικογένειες, οι οποίες έχουν ανάγκη σε τρόφιμα. Στόχος, να τους εξασφαλίσουμε πέντε βασικά είδη διατροφής όλα ελληνικής προέλευσης: Γραβιέρα, φέτα, μακαρόνια, ρύζι και λάδι».

Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σημείωσε ότι πρόκειται για μεγάλο πρόγραμμα, που, όμως, συμπληρώνεται με άλλα δύο μικρότερα, 3 εκατομμυρίων το καθένα (συνολικά 6 εκατ. ευρώ), που αφορούν τα παιδιά στα σχολεία. «Πρόκειται για παιδιά οι οικογένειες των οποίων δυσκολεύονται να διασφαλίσουν τα προς το ζην και ιδιαίτερα φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Τσαυτάρης. Και εξήγησε: «Κάνουμε, λοιπόν, δύο προγράμματα ειδικά για σχολεία σε οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές. Θα δώσουμε 3 εκατ. ευρώ σε φρούτα – φρουτοσαλάτες – τυρί, φέτα και γραβιέρα σε σάντουιτς ή γιαούρτι, για να μάθουν να τρώνε και αυτά τα προϊόντα».

Share