Τη σφραγίδα της αποτυχίας βάζουν οι ξένοι στην Ελλάδα

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012   

Του Νίκου Λάου

Υψηλό έλλειμμα, λαθρομετανάστευση, διαφθορά, εγκληματικότητα και μειωμένη εθνική κυριαρχία από μια κυβέρνηση αναποτελεσματική φέρνουν ένα έθνος στα πρόθυρα της αποτυχίας
 
Αρχίζουν να μιλούν για τον υπαρκτό κίνδυνο να υποβιβαστεί στην κατηγορία του «failed state»

 

Ο όρος «αποτυχημένο κράτος» (failedstate) χρησιμοποιείται για να περιγράψει κράτη στα οποία η κυβέρνηση έχει αποτύχει να φέρει εις πέρας τον θεσμικό ρόλο της. Σύμφωνα με το ινστιτούτο «FundforPeace» (Ταμείο για την Ειρήνη), τα κριτήρια με βάση τα οποία ένα κράτος χαρακτηρίζεται αποτυχημένο είναι τα εξής:

–         απώλεια ελέγχου των εθνικών εδαφών ή του μονοπωλίου νόμιμης άσκησης βίας,

–         διάβρωση της νόμιμης διαδικασίας λήψης συλλογικών αποφάσεων,

–         αδυναμία παροχής δημοσίων αγαθών/υπηρεσιών και

–         αδυναμία αλληλεπίδρασης με άλλα κράτη ως πλήρες μέλος της διεθνούς κοινότητας.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ορισμό που έχει διατυπώσει το «FundforPeace», τα κοινά χαρακτηριστικά ενός αποτυχημένου κράτους περιλαμβάνουν μια κεντρική κυβέρνηση που είναι τόσο αδύναμη ή τόσο αναποτελεσματική ώστε, στην πράξη, έχει μικρό επίπεδο εθνικής κυριαρχίας, σοβαρό έλλειμμα στην παροχή επαρκών και ικανοποιητικών δημοσίων αγαθών/υπηρεσιών, διευρυμένη διαφθορά και εγκληματικότητα, σοβαρό πρόβλημα μετανάστευσης/λαθρομετανάστευσης και καταναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών, καθώς και οξεία οικονομική κατάπτωση.

 

Καθοδική πορεία

  Η Ελλάδα εντάχθηκε πλήρως στην Ευρωζώνη το 2001, ενώ, το 1999, είχε αποτύχει να ικανοποιήσει τα κριτήρια εισόδου στην Ευρωζώνη. Μέχρι τα μέσα του 2011, δηλαδή μέσα στην πρώτη δεκαετία συμμετοχής της στην Ευρωζώνη, η Ελλάδα συσσώρευσε ένα χρέος που έφθασε στο 150% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της χώρας. Επίσης, και άλλες χώρες της Ε.Ε. που έγιναν πλήρη μέλη της Ευρωζώνης άρχισαν να υφίστανται σημαντικές οικονομικές πιέσεις ύστερα από τα πρώτα χρόνια της εισόδου τους στην Ευρωζώνη. Η οικονομική κατάσταση στην Ιρλανδία, την Ιταλία και την Πορτογαλία συνέχισε να επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια του 2011. Ωστόσο, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, ο Δείκτης Αποτυχίας, όπως αυτός έχει οριστεί από το «FundforPeace», δείχνει ότι η Ελλάδα είναι η χώρα με τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ όλων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης και οδεύει προς τον χαρακτηρισμό «αποτυχημένο κράτος» πιο έντονα από τις υπόλοιπες προβληματικές οικονομίες της Ευρωζώνης, δηλαδή την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία.

  Επίσης, στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, το «Reuters», στην ιστοσελίδα του, αναφέρθηκε στον υπαρκτό κίνδυνο η Ελλάδα να υποβιβαστεί στην κατηγορία του «αποτυχημένου κράτους» και αναρωτήθηκε: «Ποιος θέλει ένα μέλος του ΝΑΤΟ στο νοτιοανατολικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μετατραπεί σ’ ένα αποτυχημένο κράτος;».

 

Προϋποθέσεις για την ΟΝΕ

Την εποχή που η κυβέρνηση Μητσοτάκη προχωρούσε επιπόλαια προς την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, πέρα από τη βρετανική κυβέρνηση, πολλοί κορυφαίοι οικονομολόγοι ανά τον κόσμο επισήμαιναν τα δομικά σφάλματα του Σχεδίου Ντελόρ για την ΟΝΕ. Ο νομπελίστας οικονομολόγος Ρόμπερτ Μαντέλ (Robert Mundell) δημιούργησε ολόκληρη ειδική θεωρία για τις νομισματικές ενώσεις και, ειδικότερα, διατύπωσε την έννοια της «βέλτιστης νομισματικής περιοχής» (optimalcurrencyregion), που είναι μια γεωγραφική περιοχή στην οποία η νομισματική ένωση επιφέρει μεγιστοποίηση της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

  Σύμφωνα με τη θεωρία του Ρόμπερτ Μαντέλ, για την οποία έλαβε το Βραβείο Νομπέλ Οικονομικών, οι τέσσερεις συνθήκες (προϋποθέσεις) που πρέπει να πληροί ένα σχέδιο νομισματικής ένωσης, ώστε να οδηγήσει στη δημιουργία μιας βέλτιστης νομισματικής περιοχής, είναι τα εξής:

–         Συνθήκη 1: Κινητικότητα της εργασίας σε ολόκληρη την περιοχή.

–         Συνθήκη 2: Κινητικότητα κεφαλαίου και ελαστικότητα μισθών και τιμών σε ολόκληρη την περιοχή.

–         Συνθήκη 3: Ένα σύστημα καταμερισμού του κινδύνου, υπό τη μορφή ενός αυτόματου μηχανισμού δημοσιονομικής μεταβίβασης, ώστε να ανακατανέμεται το κεφάλαιο σε τόπους και κλάδους που επηρεάζονται δυσμενώς από τις ανωτέρω δύο συνθήκες. Αυτή η συνθήκη συνήθως παίρνει τη μορφή μεταβίβασης φορολογικών εσόδων προς τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες της νομισματικής περιοχής. Η Ευρωζώνη δεν είχε κάνει ποτέ καμιά σχετική πρόβλεψη, ενώ ακόμη και σήμερα υπάρχει εσφαλμένη αντίληψη για την ανάγκη φορολογικά έσοδα των κυβερνήσεων πλουσίων χωρών να μεταβιβαστούν σε φτωχότερες χώρες της Ευρωζώνης. Το λυπηρό είναι ότι ακόμη και Έλληνες δημοσιογράφοι κάνουν (εκούσια άραγε;) το σφάλμα να μην αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταβίβασης φορολογικών εσόδων από τη Γερμανία λ.χ. προς την Ελλάδα, ως αναγκαία προϋπόθεση βιωσιμότητας της Ευρωζώνης και της Ελλάδας.

–         Συνθήκη 4: Οι χώρες που συμμετέχουν σε μια νομισματική ένωση πρέπει να έχουν ίδιους οικονομικούς κύκλους. Μόνο τότε μπορεί η κεντρική τραπεζική να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Αντιθέτως, αν οι χώρες-μέλη μιας νομισματικής ένωσης έχουν ιδιοσυγκρασιακούς οικονομικούς κύκλους, δηλαδή την ίδια ώρα που άλλες αναπτύσσονται άλλες συρρικνώνονται, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η βέλτιστη νομισματική πολιτική και οι πιο αδύναμες χώρες-μέλη της νομισματικής ένωσης οδηγούνται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν εάν ετίθεντο εκτός νομισματικής ένωσης.

  Είναι προφανές ότι η Ευρωζώνη -βάσει των ανωτέρω τεσσάρων συνθηκών- δεν αποτελεί βέλτιστη νομισματική περιοχή. Εξ ου και η Ευρωζώνη έχει παραδοθεί στον οικονομικό ιμπεριαλισμό της Γερμανίας και στις αρπακτικές διαθέσεις του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.

 

Οι μοιραίοι πολιτικοί για την τύχη της χώρας στην Ευρωζώνη

 

Τα κατεξοχήν «μοιραία» πρόσωπα για την αποτυχία της Ελλάδας ως μέλους της Ευρωζώνης είναι οι πρώην πρωθυπουργοί Κώστας Σημίτης και Κώστας Μητσοτάκης. Ο Κώστας Μητσοτάκης ψήφισε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και προδιέγραψε την πολιτική πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, παρότι, εκείνη την εποχή, η βρετανική κυβέρνηση και ιδίως ο Τζον Μέιτζορ (JohnMajor), ως υπουργός Οικονομικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά την περίοδο 1989-1990 και ως πρωθυπουργός κατά την περίοδο 1990-1997, επισήμαινε τα σοβαρά δομικά λάθη του Σχεδίου Ντελόρ για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (ΟΝΕ) και τόνιζε ότι ειδικά αδύναμες οικονομίες, όπως η ελληνική, αυτοκαταδικάζονται σε παρατεταμένη υπανάπτυξη με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ και την είσοδό τους στην Ευρωζώνη.  

  Ο Σημίτης, ως πρωθυπουργός, όχι μόνο δεν διόρθωσε τα λάθη της πολιτικής της δέσμευσης της Ελλάδας στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά εφάρμοσε μια καταστροφική οικονομική πολιτική, η οποία βασιζόταν σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου, προκαλώντας χρηματοοικονομικές φούσκες αντί για πραγματικές επενδύσεις, καθώς και σε «δημιουργική λογική» και σε swaps, με κύριους συνέταιρους τη GoldmanSachsκαι την JPMorgan. Έτσι, η Ελλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη εντελώς απροετοίμαστη και, μάλιστα, με αυτήν την απόφαση απώλεσε σημαντικές δυνατότητες βελτίωσης της εθνικής οικονομίας της. Άλλωστε, από την αρχή της σταδιοδρομίας του ως μέλος κυβέρνησης, ο Σημίτης είχε δείξει σοβαρά σημεία ανικανότητας να προάγει την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα, το 1982, ο Σημίτης, ως υπουργός Γεωργίας, υιοθέτησε μια καταστροφική πολιτική ποσοστώσεων της τότε ΕΟΚ στο γάλα, αποδεχόμενος ως ποσόστωση για την Ελλάδα τα 70 λίτρα κατά κεφαλήν, ενώ η Ισπανία είχε περίπου δυόμισι φορές μεγαλύτερη ποσόστωση και η Ολλανδία είχε ποσόστωση πολλές φορές μεγαλύτερη. Έτσι, η Ελλάδα απώλεσε τη δυνατότητα αξιοποίησης των στρατηγικής σημασίας και υψηλής προοπτικής ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της στην κτηνοτροφία και στη γαλακτοβιομηχανία.

 

Share