Κερδοσκοπία, αντί για ρευστότητα

Απ’ όταν καταργήθηκε ο Νόμος Glass-Steagall, το 1999, οπότε επετράπη στις τράπεζες να ασκούν συγχρόνως δραστηριότητες εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής, οι γιγαντιαίες τράπεζες δημιούργησαν πολλά από τα κέρδη τους όχι χορηγώντας πιστώσεις στην πραγματική οικονομία, αλλά εμπορευόμενες χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, μετοχές, ομόλογα και παράγωγα και γενικά κερδοσκοπώντας σε χρηματιστήρια και, βεβαίως, στην αγορά FOREX. Για παράδειγμα, το 2010 λιγότερο από το 10% του ενεργητικού της Bank of America προερχόταν από την παραδοσιακή μετατροπή των καταθέσεων σε δάνεια.

 

Σε άρθρο του Κόλιν Μπαρ, στο «Fortune», διαβάζουμε ότι πλέον οι τραπεζικοί γίγαντες δεν είναι ούτε απαραίτητοι ούτε πιο αποτελεσματικοί από τις μικρότερες τράπεζες: «Οι μεγαλύτερες τράπεζες συχνά δεν επιδεικνύουν τη μέγιστη αποτελεσματικότητα… Στην πραγματικότητα, υφίστανται αντιοικονομίες κλίμακας».

 

 

 

 

Η τοκογλυφική πρακτική και οι νέες μορφές δανεισμού σπάνε το τραπεζικό μονοπώλιο

 

Ποιος χρειάζεται σήμερα τις τράπεζες;

 

Σχεδόν το 80% των επιχειρηματικών δανείων σήμερα προέρχεται από μη τραπεζικούς πιστωτές, όπως ασφαλιστικές ή χρηματιστηριακές εταιρείες

Όπως έχουμε γράψει παλαιότερα σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας, οι μικρότερες τράπεζες δανείζουν περισσότερο απ’ ό,τι οι μεγάλες, ενώ οι μεγάλες κερδοσκοπούν περισσότερο στις χρηματοοικονομικές αγορές, αντί να ασχολούνται με την παροχή των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων στην πραγματική οικονομία.

Στις 21 Απριλίου 2010, στην ηλεκτρονική της έκδοση, η εφημερίδα «USA Today» είχε γράψει τα εξής: «Οι τράπεζες που έλαβαν ομοσπονδιακή βοήθεια κατά τη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης μείωσαν τη χορήγηση δανείων πιο έντονα και πραγματοποίησαν μεγαλύτερες αυξήσεις αμοιβών σε υπαλλήλους τους απ’ ό,τι οι οργανισμοί που δεν έλαβαν βοήθεια, σύμφωνα με το συμπέρασμα έρευνας που διεξήγαγαν από κοινού η “USA Today” και το American University… Στις τράπεζες που συμμετείχαν στο TARP, το ποσό των εκκρεμών δανείων προς επιχειρήσεις και ιδιώτες μειώθηκε κατά 9,1% για το δωδεκάμηνο που λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, σε σύγκριση με μείωση κατά 6,2% στις τράπεζες που δεν συμμετείχαν».

Ο Ντένις Σαντιάγκο (Dennis Santiago), διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «Institutional Risk Analytics», έγραψε στην εφημερίδα «Huffington Post», στις 20 Ιανουαρίου 2011, τα εξής: «Οι πραγματικά σοκαριστικοί αριθμοί βρίσκονται στις αχρησιμοποίητες πιστωτικές γραμμές των τραπεζών προς αμερικανικές επιχειρήσεις. Αυτός είναι ο αποκαλυπτικός αριθμός που θέλω να παρακολουθώ, διότι εκφράζει άμεσα την εμπιστοσύνη του τραπεζικού και του χρηματοοικονομικού τομέα προς τη βιομηχανία της πραγματικής οικονομίας. Μεταβλήθηκε από 92 δισεκατομμύρια δολάρια τον Δεκέμβριο του 2007 σε μόλις 24 δισεκατομμύρια δολάρια τον Σεπτέμβριο του 2010. Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι αυτή η συρρίκνωση των διαθέσιμων πιστώσεων προς την αμερικανική βιομηχανία έχει προκληθεί από τις μεγαλύτερες τράπεζες».

Στις 3 Φεβρουαρίου 2009, στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα cnn.com, ο Κόλιν Μπαρ (Colin Barr), ανώτερος αρθρογράφος του «Fortune», έγραψε ότι οι μικρότερες τράπεζες προσπαθούν να καλύψουν το κενό πιστώσεων που προκαλεί η επιφυλακτικότητα των γιγαντιαίων τραπεζών στη χορήγηση δανείων. Μάλιστα, στο ίδιο άρθρο του, ο Κόλιν Μπαρ επισημαίνει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο οι μικρότερες τράπεζες δεν έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητές τους είναι ότι οι μεγάλες μειώνουν τα περιθώρια ανταγωνισμού και υπονομεύουν την ελεύθερη οικονομία: «Η μεγέθυνση των μικρότερων τραπεζών του έθνους αντιπροσωπεύει μια αντιστροφή των τάσεων που καθιερώθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια, όταν οι πιο μεγάλες τράπεζες γίνονταν ακόμη μεγαλύτερες και πολλοί από τους μικρότερους παίκτες καταβροχθίζονταν ή υποβαθμίζονταν… Καθώς οι μεγάλες τράπεζες αγωνίζονται να βρουν έναν δρόμο προς τα εμπρός και οι αυξανόμενες απώλειες δανείων απειλούν να τιμωρήσουν όσες έχουν κακή διοίκηση, ανεξαρτήτως μεγέθους, μικρότερα αλλά καλά κεφαλαιοποιημένα ιδρύματα έχουν, πλέον, μια πολυαναμενόμενη ευκαιρία να επεκτεθούν».

 

Κοινοτικές τράπεζες

 

Στις 27 Ιανουαρίου 2009, στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα «Bloomberg Businessweek», η αρθρογράφος Στέισι Πέρμαν (Stacy Perman) έγραψε τα εξής: «Καθώς οι μεγάλες τράπεζες αγωνίζονται, οι κοινοτικές τράπεζες μπαίνουν στο παιχνίδι για να προσφέρουν δάνεια και πιστωτικές γραμμές σε ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων… Σε μια ακρόαση στο Κογκρέσο για τις μικρές επιχειρήσεις και την οικονομική ανάκαμψη, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο οικονομολόγος Πολ Μέρσκι (Paul Merski), των Ανεξάρτητων Κοινοτικών Τραπεζιτών της Αμερικής (Independent Community Bankers of America), που είναι μια επιχειρηματική ομάδα στην Ουάσινγκτον, είπε στους νομοθέτες ότι οι κοινοτικές τράπεζες συνεισφέρουν το 20% του συνόλου των δανείων προς μικρές επιχειρήσεις, παρότι αντιπροσωπεύουν περίπου μόνο το 12% του συνόλου του τραπεζικού ενεργητικού. Επίσης, είπε ότι περίπου το 50% του συνόλου των δανείων, ύψους κάτω των 100.000 δολαρίων, προς μικρές επιχειρήσεις γίνονται από κοινοτικές τράπεζες».

Στις ΗΠΑ οι κοινοτικές τράπεζες (community banks) είναι καταθετικά ιδρύματα των οποίων η ιδιοκτησία και η λειτουργία έχουν τοπικό χαρακτήρα. Οι κοινοτικές τράπεζες εστιάζουν τις δραστηριότητές τους στην εξυπηρέτηση των αναγκών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που βρίσκονται στην περιοχή όπου λειτουργεί το δεδομένο υποκατάστημα ή γραφείο. Συνεπώς, στις αμερικανικές κοινοτικές τράπεζες, οι αποφάσεις για τις χορηγήσεις δανείων δεν υπαγορεύονται από απρόσωπες, γενικευτικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες και ντιρεκτίβες, αλλά λαμβάνονται από πρόσωπα που κατανοούν σε βάθος τις τοπικές ανάγκες των οικογενειών, των επιχειρήσεων και των αγροτικών μονάδων.

Στις 24 Μαρτίου 2010, σε ομιλία του στη Σύνοδο Κορυφής του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ, στην Ουάσινγκτον, ο Τόμας Χένιγκ (Thomas M. Hoenig), πρόεδρος της Federal Reserve Bank of Kansas City, ανέφερε ότι «το 2009, 45% των τραπεζών με ενεργητικό μικρότερο του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων αύξησε τη χορήγηση δανείων».

 

 

Το Ιnternet και οι νέοι θεσμοί στον πιστωτικό γκισέ

 

Στις 28 Ιανουαρίου 1993, στο περιοδικό «TIME», ο Μπέρναρντ Μπάουμολ (Bernard Baumohl) έγραψε ένα πολύ σημαντικό άρθρο με τίτλο «Είναι οι τράπεζες απαρχαιωμένες;» Διαβάζουμε σε εκείνο το άρθρο τα εξής: «Τι θα συνέβαινε στην οικονομία των ΗΠΑ, αν όλες οι εμπορικές της τράπεζες έκλειναν τις πόρτες τους; Σε ό,τι αφορά το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής Ιστορίας, η απάντηση θα ήταν μια καταστροφή επικών διαστάσεων, παρόμοια με την ύφεση που προκλήθηκε από την αλυσιδωτή αντίδραση των τραπεζικών αποτυχιών στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αλλά σήμερα η καταπληκτική απάντηση είναι ότι το κλείσιμο των τραπεζών μπορεί να μην ήταν καθόλου κατακλυσμικό γεγονός! Ποιος χρειάζεται πραγματικά τις τράπεζες αυτές τις ημέρες; Σχεδόν κανείς, προκύπτει. Ενώ οι τράπεζες κάποτε κυριαρχούσαν στον επιχειρηματικό δανεισμό, σήμερα σχεδόν το 80% όλων αυτών των δανείων προέρχεται από μη τραπεζικούς πιστωτές, όπως ασφαλιστικές, χρηματιστηριακές και άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες.Οι τράπεζες συνήθως ήταν η μόνη πηγή χρηματοδότησης. Τώρα επιχειρήσεις και ιδιώτες μπορούν να εκδώσουν επιταγές μέσω των ασφαλιστικών εταιρειών τους, να δανειστούν από ένα συνταξιοδοτικό ταμείο και να κάνουν καταθέσεις χρημάτων σε έναν λογαριασμό χρηματαγοράς μέσω χρηματιστηριακής εταιρείας».

Την 1η Ιουλίου 2011, το Yahoo Finance δημοσίευσε άρθρο του Τζον Φιτζσάιμονς (John Fitzsimons) υπό τον εύγλωττο και διανοητικά ερεθιστικό τίτλο «Γιατί δεν χρειαζόμαστε τις τράπεζες» (Why we don’t need banks). Διαβάζουμε σε αυτό το άρθρο τα εξής: «Υπήρχε καιρός στον οποίο οι τράπεζες ήταν το προφανές μέρος όπου θα έπρεπε να πας, εάν χρειαζόσουν δάνειο, είτε ως ιδιώτης είτε ως επιχείρηση. Όμως, λόγω των οικονομικών δυσκολιών των προηγουμένων ετών, έχουν γίνει όλο και περισσότερο επιφυλακτικές στο να χορηγούν τη ρευστότητά τους, παρά την κυβερνητική παρέμβαση. Ευτυχώς, ένα νέο είδος δανεισμού χρημάτων έχει έρθει στα φόρα -πρόκειται για τον δανεισμό μεταξύ ομοτίμων (peer-to-peer lending)- και προσφέρει ευκαιρίες και για τους δανειολήπτες και για τους επενδυτές».

 

Δανείζουν φίλοι και συγγενείς

 

Το τεύχος Δεκεμβρίου 2007 του περιοδικού «Ode» ασχολήθηκε εκτενώς με το σύστημα δανεισμού μεταξύ ομοτίμων και έγραψε τα εξής: «Οι Αμερικανοί ήδη δανείζουν περισσότερα από 89 δισεκατομμύρια δολάρια σε φίλους και συγγενείς κάθε χρόνο, σύμφωνα με υπολογισμούς της «Federal Reserve». Σχεδόν το 75% των Βρετανών δήλωσε ότι θα εξέταζε το ενδεχόμενο μιας ιστοσελίδας δανεισμού μεταξύ ομοτίμων, ώστε να συμμετάσχει (είτε ως ζητούντες είτε ως προσφέροντες δάνεια). Ο αποκλεισμός του ενδιάμεσου, πέρα από ενστικτωδώς ελκυστικός για πολλούς ανθρώπους, μπορεί να έχει και σημαντικά οικονομικά πλεονεκτήματα. Συγκριτικά με τις πιστωτικές κάρτες, ο δανεισμός μεταξύ ομοτίμων προσφέρει στους δανειολήπτες πραγματικά ελκυστικά επιτόκια – συνήθως στο ήμισυ αυτών που θα ανέμεναν ότι θα έπρεπε να πληρώσουν στη Visa ή στη MasterCard! Και τα δάνεια μεταξύ ομοτίμων είναι συνήθως δομημένα με πιο δίκαιο τρόπο… Και για τους δανειστές, επίσης, αυτά τα δάνεια προσφέρουν υψηλότερο επιτόκιο απόδοσης από εκείνο που θα κέρδιζαν από καταθετικούς λογαριασμούς».

Αντί, λοιπόν, να χρειάζεται να μεσολαβεί μια τράπεζα μεταξύ των πλεονασματικών χρηματοοικονομικών παραγόντων (προσφορά δανείων) και των ελλειμματικών χρηματοοικονομικών παραγόντων (ζήτηση δανείων), αυτή η διαμεσολάβηση μπορεί να γίνει μέσω μιας ειδικής ιστοσελίδας (προσφοράς και ζήτησης δανείων) και μέσω ενός κατάλληλα δομημένου σχεδίου σύναψης πιστωτικών συμφωνιών, σαν αυτό που έχει υπόψη της η εταιρεία «Yahoo».

Τράπεζες-τοκογλύφοι στην Ελλάδα

 

Σε ό,τι αφορά το πεδίο των επιχειρηματικών δανείων, οι τράπεζες -ειδικά σε χώρες με υπανάπτυκτη έως ασήμαντη επιχειρηματική τραπεζική, όπως η Ελλάδα- έχουν εξαιρετικά αρνητικές επιδόσεις. Αντί να λαμβάνουν αποφάσεις με βάση την εξατομικευμένη και μεθοδική αξιολόγηση της ουσίας του κάθε επιχειρηματικού σχεδίου που υποβάλλεται προς χρηματοδότηση και αντί να λειτουργούν ως συνέταιροι-χρηματοδότες του επιχειρηματία, λειτουργούν ως ανεύθυνοι γραφειοκράτες, εφαρμόζοντας «τυφλοσούρτες» οδηγιών, και ως τοκογλύφοι, που απλώς ενδιαφέρονται να εμπορευθούν χρήμα ακριβά και να εγγράψουν εμπράγματες υποθήκες.

Αντίθετα, το μοντέλο του venture capital προβλέπει τη λήψη αποφάσεων για τη χρηματοδότηση ενός επενδυτικού σχεδίου με βάση την ανάλυση και την αξιολόγηση της ουσίας και της πραγματικής αξίας του δεδομένου επενδυτικού σχεδίου. Επίσης, ο venture capitalist, σε αντίθεση με τον τραπεζοϋπάλληλο, θα αναλάβει την ευθύνη της συμμετοχής στο εν λόγω επενδυτικό σχέδιο και θα περιμένει, όπως ο επιχειρηματίας, να κερδίσει εισπράττοντας ένα μέρος από την καθαρή απόδοση της δεδομένης επένδυσης που αποφάσισε να χρηματοδοτήσει και όχι εισπράττοντας τόκους χορηγήσεων.

Πέρα από το venture capital, ένα ακόμη εναλλακτικό μοντέλο δανεισμού είναι οι πιστωτικοί συνεταιρισμοί, στους οποίους έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα μας σε αυτήν τη στήλη της εφημερίδας μας. Οι πιστωτικοί συνεταιρισμοί δίνουν τη δυνατότητα η πραγματική οικονομία να έχει στην άμεση ιδιοκτησία της και στον άμεσο έλεγχό της το πιστωτικό σύστημα. Ειδικά οι επιχειρηματίες, μέσω του θεσμού του πιστωτικού συνεταιρισμού, μπορούν να γίνουν οι τραπεζίτες του εαυτού τους.

 

 


Τελευταία νέα

  • Oικονομική ασφυξία για το 51% των Ιταλών

  • «Μάχη» για το πολιτικό κενό στη Βενεζουέλα

  • Στον ανακριτή για την μεταφορά παράνομων μεταναστών

  • Αγριεύει ο καιρός

  • Σε εξέλιξη η επιχείρηση για τον 54χρονο ορειβάτη

  • «Πόλεμος» για τη λίστα Λαγκάρντ


  • Διήμερο επαφών στο Βερολίνο
  • Στην αντεπίθεση το ΠΑΣΟΚ

  • Σε μείωση κλινών οδηγούν τα νέα οργανογράμματα νοσοκομείων, υποστηρίζει η ΟΕΝΓΕ

  • Δολοφονία γυναίκας στη Μανωλάδα Ηλείας

  • Στο Βερολίνο αύριο ο πρωθυπουργός

  • Τερματικό σταθμό φυσικού αερίου σχεδιάζει η Τουρκία

  • Ερντογάν: Όχι σε αμνηστία σε κούρδους αντάρτες

  • Ο Αντ.Μπάμιατζης νέος πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας

  • Ιταλία: Προηγείται ο κεντροαριστερός συνασπισμός του Μπερσάνι