Κάθε ποδοσφαιρικός σύλλογος είναι «περισσότερο από ένας σύλλογος» (Mes que un club), για να δανειστώ το διάσημο σύνθημα της Μπαρτσελόνα. Ιδιαίτερα κάποιες δημοφιλείς ομάδες, απηχώντας βιώματα, αντιθέσεις και φιλοδοξίες, αντανακλούν ισχυρές συλλογικές ταυτότητες.

Στην περίπτωση του ΠΑΟΚ, στο υπόστρωμά του βρίσκεται η σύζευξη δύο ταυτοτήτων. Η πρώτη είναι η προσφυγική. Οι Κωνσταντινουπολίτες της Θεσσαλονίκης αρχικά και στη συνέχεια οι ευρύτερες προσφυγικές κοινότητες αναπαράστησαν διαμέσου του συλλόγου τη δική τους περιπέτεια, τα όνειρά τους, τον κόσμο τους. Μπιζίμ ΠΑΟΚ, έλεγαν, ο δικός μας ΠΑΟΚ, δηλαδή.

Η δεύτερη ταυτότητα είναι γεωγραφική. Προέκυψε από τη διαίρεση «Παλιά Ελλάδα-Νέες Χώρες» και βιώθηκε ως κοινωνική διάκριση. Για δεκαετίες, και τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 20ού αι., το αίσθημα πως το ελληνικό κράτος, η παλαιά Ελλάδα, συμπεριφερόταν, λίγο-πολύ, όπως η μητρόπολη στην αποικία κυριάρχησε στη συνείδηση των Βορειοελλαδιτών.

Σταδιακά, από ομάδα των προσφύγων της Θεσσαλονίκης, ο ΠΑΟΚ έγινε η δημοφιλέστερη ομάδα της Μακεδονίας, των λαϊκών ανθρώπων της κυρίως. Η λαϊκότητα και η προσφυγική καταγωγή των οπαδών του αποτυπωνόταν στα παρατσούκλια που τους προσέδιδαν οι αντίπαλοι. Ηταν οι «Μπαοκτσήδες», οι «Τούρκοι», άλλοτε οι «Γύφτοι» ή οι «Βούλγαροι». Αργότερα, σε μια επανάληψη της Ιστορίας, ο ΠΑΟΚ έγινε η ομάδα και των παλιννοστούντων από την πρώην ΕΣΣΔ, των «Ρώσων» ή «Ρωσοπόντιων» που εγκαταστάθηκαν στη Β. Ελλάδα.

Ενας ποδοσφαιρικός σύλλογος δεν είναι μόνο κοινωνικές ταυτότητες. Είναι κατ’ αρχήν το άθλημα. Αλλοι αγαπούν το ποδόσφαιρο, άλλοι δεν το αγαπούν. Αλλοι μπορούν να βρίσκονται συνωστισμένοι ώρες ολόκληρες στα τσιμέντα με κρύο ή καύσωνα για να ζήσουν ένα παιχνίδι· άλλοι δεν αντέχουν ούτε πέντε τηλεοπτικά λεπτά ποδοσφαιρικού θεάματος.

Είναι επίσης νόμιμες, αλλά και έκνομες, επιχειρηματικές δραστηριότητες. Είναι προσδοκίες κέρδους, προβολής και οικοδόμησης ισχύος. Είναι «προϊόν» και «εργαλείο». Οχι μόνο σήμερα, που συνιστά πεδίο δράσης σημαντικών επιχειρηματικών συμφερόντων, αλλά και παλιότερα, που ήταν ερασιτεχνικό, στο ποδόσφαιρο εμπλέκονταν ισχυρά άτομα και φιλόδοξες οικογένειες. Τα κίνητρά τους δεν ήταν ποτέ αμιγώς αθλητικά. Οπως σημείωσε ο ιστορικός Λουκάς Τσίπτσιος, αναφερόμενος στους ιδρυτές του ΠΑΟΚ, αυτή «η παρέα» ήταν μια κωνσταντινουπολίτικη ελίτ που είχε βλέψεις κυριαρχίας, σίγουρα, και στο πολιτικό πεδίο. Και ο ΠΑΟΚ ήταν ένας φορέας για τους στόχους τους.

Κατά δεκάδες, βουλευτές, υπουργοί, δήμαρχοι επένδυσαν στον ΠΑΟΚ (και θα το ξανακάνουν) προσδοκώντας εκλογικά οφέλη. Λογικό! Στις 14 εκλογικές περιφέρειες της Μακεδονίας, η επιρροή του συλλόγου μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη. Αξέχαστη θα μου μείνει η κυνική απάντηση ενός Θεσσαλονικιού πολιτικού όταν τον ρώτησα τι ομάδα είναι: «Πολιτικά είμαι ΠΑΟΚ», μου είπε.

Πώς μπορούν, λοιπόν, άνθρωποι να παθιάζονται για το ποδόσφαιρο όταν αυτό αποτελεί εργαλείο προώθησης επιχειρηματικών ή άλλων συμφερόντων; Πράγματι, παντού, οι μεγάλοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι ενώνουν, μυστικιστικά σχεδόν, φιλοδοξίες ισχυρών με καημούς ασθενών, το όφελος με την ανιδιοτέλεια, επαγγελματίες με ερασιτέχνες, κυνικούς με αφελείς, εγκληματίες με αθώους, την «παρθένα με τον Σατανά» που λέει κι ο Σαββόπουλος.

Η σύναξη των αντιθέτων δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο όμως. Η πολιτική λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Η θρησκεία επίσης. Οι μεγάλες συλλογικές ταυτότητες συνενώνουν διαφορετικά, συχνά αντιφατικά στοιχεία, συμφέροντα και ηθικές. Η δύναμή τους βρίσκεται στο ότι μπορούν να συνδέσουν συναισθήματα με ορθολογικές επιδιώξεις, πλήθη με οργανωμένους θεσμούς, το παρόν με το παρελθόν και να κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά.

Στην ελληνική περίπτωση, η πολύπλοκη κοινωνική πραγματικότητα του ποδοσφαίρου αντανακλάται στο ιστορικά αποτυπωμένο ολιγοπώλιο ισχύος των τριών ομάδων της Αθήνας. Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι η αθλητική απεικόνιση του χαρακτήρα του ελληνικού κράτους, του υδροκεφαλισμού του, της δορυφοροποίησης της περιφέρειας και των πρωτείων του κέντρου στο πανελλήνιο πλέγμα της διαπλοκής και των πελατειακών σχέσεων. Στη Μεταπολίτευση, ας πούμε, αν υπήρχε πρωτάθλημα στη διαπλοκή, ο Ολυμπιακός του Κοσκωτά θα το είχε κερδίσει αήττητος.

Οι κωνσταντινουπολίτικες ελίτ της Θεσσαλονίκης μπορεί να ήταν αρκετά ισχυρές στη Β. Ελλάδα αλλά όχι τόσο ισχυρές για να ανταγωνιστούν τα αθηναϊκά σαλόνια. Για δεκαετίες, ο ΠΑΟΚ κατεγράφη ως «αιώνιος τρίτος ή τέταρτος», με εκλάμψεις πρωταθλητισμού στη χάση και στη φέξη. Οι παοκτσήδες αναδείχτηκαν σε συμπαθητική, έως γραφική, αποτύπωση του παραπονιάρη, αφελούς Βορειοελλαδίτη.

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη, την πρωτεύουσα των προσφύγων, όπως έγραψε ο Γ. Ιωάννου. Μεγάλωσα σε οικογένεια προσφύγων περιτριγυρισμένος από πρόσφυγες. Οταν ήμουν μικρός νόμιζα πως όλος ο κόσμος αποτελείται από πρόσφυγες και μετανάστες. Οχι ότι η αλήθεια απέχει πολύ απ’ αυτό. Ακουσα τόσες προσφυγικές ιστορίες, που είναι σαν να τις έζησα κι εγώ. Ξεναγήθηκα στις αγωνίες δύο γενιών να ζήσουν, να ορθοποδήσουν. Να γλιτώσουν από την κατάρα να είναι δυο φορές ξένοι· να μην τους λένε υποτιμητικά «Τουρκάκια» ή «Ρωσάκια».

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη! Και ο ΠΑΟΚ να μην υπήρχε, εγώ πάλι ΠΑΟΚ θα ήμουν.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *