Το Σύνταγμά μας στο άρθρο 13 κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία, ορίζοντας εμφατικά ότι κάθε «γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων». Κατά συνέπεια, το Κράτος οφείλει όχι μόνο να σέβεται την άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων των πιστών οποιασδήποτε θρησκείας και οποιουδήποτε δόγματος, αλλά και υποχρεούται να προστατεύει και να διευκολύνει τη θρησκευτική λατρεία. Η θρησκευτική ελευθερία δεν είναι όμως το μόνο θεμελιώδες δικαίωμα που διασφαλίζεται στο Σύνταγμά μας. Ομοίως κατοχυρώνεται και το δικαίωμα στη ζωή και στην υγεία σε διάφορες διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος το «Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών», ενώ το άρθρο 5 παρ. 5 ορίζει ότι καθένας «έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας». Επομένως, η λήψη θετικών μέτρων εκ μέρους της Πολιτείας για την προστασία της υγείας των πολιτών, αποτελεί ρητή συνταγματική επιταγή.

Τι γίνεται λοιπόν όταν συγκρούονται δύο ταυτόχρονες υποχρεώσεις του Κράτους, από τη μια να διασφαλίσει τη θρησκευτική λατρεία και από την άλλη να προστατεύσει τη δημόσια υγεία; Στο συνταγματικό δίκαιο συνηθίζουμε να λέμε ότι δεν υφίσταται μια αφηρημένη σχέση ιεράρχησης μεταξύ των συνταγματικών δικαιωμάτων και ότι, σε περίπτωση μεταξύ τους σύγκρουσης, θα πρέπει να σταθμίζονται με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κάθε φορά υπάρχουν. Αυτό είναι ορθό. Όταν όμως διακινδυνεύεται όχι απλώς η υγεία αλλά ακόμη και η ίδια η ζωή των πολιτών, είναι προφανές ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής εισέρχεται με αυξημένη βαρύτητα στη διαδικασία της στάθμισης. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η ύπαρξη ζωής είναι η προϋπόθεση για την άσκηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, σε περιπτώσεις πανδημίας δικαιολογείται συνταγματικά η απαγόρευση των θρησκευτικών συναθροίσεων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η απαγόρευση αυτή έχει προσωρινό χαρακτήρα (για όσο χρονικό διάστημα συντρέχουν άκρως εξαιρετικοί λόγοι) και καταλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλες τις θρησκείες και όλα τα δόγματα. Στο συμπέρασμα αυτό  δεν μπορεί να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι όποιος συμμετέχει σε θρησκευτική συνάθροιση διακινδυνεύει τη δική του υγεία και ζωή, την οποία μπορεί να διαθέσει ελεύθερα. Το επιχείρημα αυτό (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή μη) δεν μπορεί να αφορά περιπτώσεις μεταδοτικών ασθενειών, στις οποίες τίθεται σε κίνδυνο η ζωή και άλλων ανθρώπων.       

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 9 της οποίας κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία και τις προϋποθέσεις επιβολής περιορισμών σε αυτήν με μια λιτή και υποδειγματική διατύπωση: «Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». 

*Ο κ. Σπύρος Βαλόχοπουλος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *